Ιδεολογια στον αραβικο χωρο – 3: Τοπικοί Εθνικισμοί

Κλασσικό

Εκτός από τις ιδεολογίες που ζητούσαν την ενοποίηση, βασισμένη είτε στη γλώσσα (παναραβισμός), είτε στη θρησκεία (ισλαμισμός), είτε στην κοινωνική τάξη (μαρξισμός), στον αραβικό χώρο υπήρξαν και αυτές που αποδέχτηκαν λίγο πολύ τα σύνορα που χάραξαν οι αποικιοκρατικές δυνάμεις – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ήρθαν σε σύγκρουση με αυτές.

Τέτοιες ιδεολογίες ήταν π.χ. ο τυνησιακός, ο αιγυπτιακός και ο λιβανέζικος εθνικισμός. Σε κάποιες απ’ αυτές τις περιπτώσεις, τα αποικιοκρατικά σύνορα δεν ήταν εντελώς τεχνητά, αφού βασίζονταν σε γεωγραφικές και ιστορικές πραγματικότητες (π.χ. Μαρόκο, Αίγυπτος). Σε άλλες περιπτώσεις, ο εθνικισμός βασίστηκε μεν στη κοινή γεωγραφία, αλλά όχι στη βάση των αποικιοκρατικών συνόρων, τα οποία ήθελε επίσης να υπερβεί, π.χ. ο συριακός εθνικισμός. Επίσης, οι τοπικοί εθνικισμοί δεν ήταν πάντα εντελώς ανταγωνιστικοί με τον αραβικό, αφού μπορεί να θεωρούσαν το έθνος τους ως μια υποδιαίρεση του ευρύτερου αραβικού έθνους.

Αιγυπτιακός εθνικισμός

Η Αίγυπτος είναι με διαφορά το μεγαλύτερο σε πληθυσμό αραβικό κράτος. Επίσης έχει μια ιδιαίτερη ιστορία ως αποτέλεσμα μιας επίσης εντελώς ιδιαίτερης γεωγραφίας. Δεν είναι άρα περίεργο που υπάρχει μια δυνατή αιγυπτιακή τοπική ταυτότητα. Η Αίγυπτος μάλλον δεν μπορεί να θεωρηθεί «τεχνητό» αποικιογενές κράτος όπως άλλα στην περιοχή.

Η Αίγυπτος είναι κυριολεκτικά η χώρα του Νείλου, του ποταμού που μετέτρεψε μια περιοχή που κανονικά θα έπρεπε να ήταν έρημος σε μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες του πλανήτη. Πηγή εικόνας

Η Κοιλάδα του Νείλου, όπως φαίνεται μέσα από την έρημο στην τοποθεσία Σακάρα, νότια του Καΐρου. Σ’ αυτήν τη στενή λωρίδα γης στριμώχνονται οι γεωργικές, οικοδομικές και βιομηχανικές δραστηριότητες.

Το ότι άρα η πρώτη σύγχρονη ιδεολογία που επικράτησε στην Αίγυπτο δεν ήταν ο ισλαμισμός ή ο παναραβισμός, αλλά ο αιγυπτιακός εθνικισμός, δεν είναι περίεργο – ούτε φυσικά το ότι σ’ αυτόν καταφεύγει και το τωρινό αιγυπτιακό καθεστώς για να καλύψει κάπως το ιδεολογικό του κενό.

Όπως άλλοι εθνικισμοί στον «τρίτο κόσμο», έτσι και ο αιγυπτιακός γεννήθηκε μέσα από την πάλη ενάντια στην αποικιοκρατία. Τουλάχιστον σ’ αυτό το στάδιο, ο αιγυπτιακός εθνικισμός φαίνεται ότι ήταν πιο ελκυστικός στις μάζες από τον παναραβικό. Σημαντικός εκπρόσωπός του θεωρείται ο Σαάντ Ζαγκλούλ, που ήταν και ο πρώτος εκλεγμένος πρωθυπουργός της Αιγύπτου ως (τυπικά) ανεξάρτητου κράτους.

Ο Σαάντ Ζαγκλούλ (1857-1927) ήταν αγροτικής καταγωγής, κάτι που στήριξε την εικόνα «παιδιού του λαού» και τον βοήθησε να κερδίσει τις μάζες.
Πηγή εικόνας

Τα στοιχεία του αιγυπτιακού εθνικισμού ήταν (και μάλλον ακόμα είναι), εκτός φυσικά από την ιδέα της αιγυπτιακής ιδιαιτερότητας, η ενότητα και ισοτιμία Μουσουλμάνων και Χριστιανών, η εκτίμηση στην αιγυπτιακή διάλεκτο και στο αρχαίο αιγυπτιακό παρελθόν. Επίσης συνδέθηκε και με τη φιλελεύθερη και εκσυγχρονιστική κατεύθυνση του Ζαγκλούλ και του κόμματός του, Αλ Γουάφντ. Το τελευταίο ακόμα παίζει ρόλο στην πολιτική ζωή της Αιγύπτου.

Το σύμβολο του Αλ Γουάφντ: το μισοφέγγαρο και ο σταυρός συμβολίζουν την ενότητα Χριστιανών και Μουσουλμάνων.
Πηγή εικόνας

Η απομάκρυνση από την ιδέα του παναραβισμού μετά τον Νάσερ (στην οποία έπαιξε ρόλο και η συντριβή του ’67, κατά την οποία η Αίγυπτος έχασε τη χερσόνησο του Σινά) βοήθησε και στην επιστροφή του αιγυπτιακού εθνικισμού. Αυτό μάλλον υποστηρίχτηκε και από τις ελίτ, γιατί βοηθούσε όχι μόνο στην εκτόνωση της αυξανόμενης έντασης μεταξύ Κοπτών και Μουσουλμάνων, αλλά και τη σταθερότητα του κράτους – και μαζί του, και του πολιτικο-στρατιωτικού κατεστημένου. Κατά κάποιον τρόπο εξελίχθηκε δηλαδή και σε συντηρητική ιδεολογία. Η Πλατεία Ταχρίρ έδειξε όμως τουλάχιστον στιγμιαία και το επαναστατικό της δυναμικό.

Διαδηλωτές στην πλατεία Ταχρίρ ποζάρουν με την αιγυπτιακή σημαία πάνω σε αστυνομικό όχημα που κατέλαβαν.

Λιβανέζικος εθνικισμός

Ο λιβανέζικος εθνικισμός έχει τουλάχιστον ένα σημαντικό κοινό με τον αιγυπτιακό. Και στις δύο χώρες υπάρχουν κάτι σαν «εθνικές» εκκλησίες (Κόπτες στην Αίγυπτο, Μαρωνίτες στο Λίβανο) που τα μέλη τους, αν και αραβόφωνα, συχνά απορρίπτουν την αραβικότητά τους και διεκδικούν αντίθετα μια καταγωγή από τους «αυτόχθονους» πληθυσμούς (αρχαίους Αιγύπτιους και Φοίνικες αντίστοιχα).

Αν και οι δύο κοινότητες αποτελούν σημαντικό κοινωνικό στήριγμα των αντίστοιχων εθνικών ιδεολογιών, οι Μαρωνίτες στην περίπτωση του Λιβάνου είναι μάλλον κάτι παραπάνω: ο λιβανέζικος εθνικισμός γεννήθηκε εξ’ αρχής ως αντίδραση στον αραβικό (και το συριακό) εθνικισμό, προτείνοντας μια εναλλακτική εθνική ταυτότητα, που ταίριαζε κυρίως στους Μαρωνίτες.

Η Παναγία των Χαρίτων, η εκκλησία των Μαρωνιτών στην παλιά Λευκωσία, με τη σημαία του Λιβάνου να δείχνει τη σύνδεση ανάμεσα στη θρησκευτική κοινότητα και τη χώρα.

Η μαρωνίτικη κοινότητα ήταν πάντα συνδεδεμένη με την περιοχή του Όρους Λιβάνου, έχοντας την αίσθηση μιας απειλούμενης χριστιανικής-καθολικής νησίδας περικυκλωμένης από Μουσουλμάνους. Αυτή η θέση οδήγησε σε μια τάση απόρριψης της ένωσης με γειτονικές περιοχές και αντίθετα σ’ έναν προσανατολισμό προς τη Δύση (αν και όπως αναφέρθηκε σε άλλα άρθρα αυτό δεν ήταν απόλυτο: υπήρξαν και πολλοί Μαρωνίτες που υποστήριξαν τον παναραβισμό). Η ιδέα ενός ξεχωριστού λιβανέζικου έθνους, με φοινικική αντί αραβική καταγωγή, αποτέλεσε ιδεολογικό στήριγμα αυτής της απόρριψης.

Γεωφυσικός χάρτης του Λιβάνου: ο δυσπρόσιτος ορεινός όγκος ήταν η περιοχή που παραδοσιακά κατέφευγαν οι Μαρωνίτες. Πηγή εικόνας

Το φαράγγι Καντίσα με τις βουνοκορφές του όρους Λιβάνου, όπως φαίνονται από το Μπσαρέ. Αυτή η περιοχή είναι η καρδιά του μαρωνίτικου πολιτισμού και του λιβανέζικου εθνικισμού: μάλλον δεν είναι τυχαίο που ο κέδρος ως ορεινό δέντρο έχει γίνει και σύμβολό του.

Ο λιβανέζικος εθνικισμός αποτέλεσε την κύρια ιδεολογία της μαρωνίτικης ελίτ που κυβέρνησε το Λίβανο επί δεκαετίες, ιδιαίτερα της σκληρής μαρωνίτικης Δεξιάς, π.χ. της Φάλαγγας. Στον πόλεμο του ’58 όπως και στον κυρίως ειπείν εμφύλιο πόλεμο έπαιξε σημαντικό ρόλο ως ο ιδεολογικός αντίπαλος απέναντι στον παναραβισμό, το συριακό εθνικισμό και το σοσιαλισμό.

Άγαλμα του Πιέρ Τζεμαγέλ, ιδρυτή της Φάλαγγας, που συνδέθηκε με το λιβανέζικό εθνικισμό: όπως δείχνει και ο λιβανέζικος κέδρος (δεξιά) ως σύμβολό της.
Πηγή εικόνας

Σήμερα πάντως οι Μαρωνίτες έχουν χάσει ένα μέρος του κεντρικού τους ρόλου στο Λίβανο – επομένως και στη διαμόρφωση του λιβανέζικου εθνικισμού. Η «Επανάσταση των Κέδρων» το 2005, μάλλον η πιο πρόσφατη σημαντική έκφραση λιβανέζικου εθνικισμού (κύριο αίτημα ήταν ο τερματισμός της συριακής επιρροής και ο σεβασμός της λιβανέζικης ανεξαρτησίας) ήταν έργο μιας συμμαχίας Σουνιτών, Χριστιανών και Δρούζων, της οποίας δεν ηγούνταν κατ’ ανάγκην Μαρωνίτες.

Συριακός εθνικισμός

Ο συριακός εθνικισμός είναι πολύ ιδιαίτερη περίπτωση. Κατ’ αρχήν, δεν πρέπει να τον μπερδεύουμε με το σημερινό συριακό κράτος, που αποτελεί μόνο ένα μέρος αυτού που οι Σύριοι εθνικιστές αντιλαμβάνονται ως Μεγάλη Συρία. Αυτή συμπεριλαμβάνει και την Παλαιστίνη, την Ιορδανία και φυσικά το Λίβανο. Κάποιοι βλέπουν επιπρόσθετα σαν μέρος της και το Ιράκ, τη χερσόνησο του Σινά, τμήματα της Νότιας Τουρκίας – και την Κύπρο. Ο συριακός εθνικισμός στοχεύει άρα στην υπέρβαση και όχι στη διατήρηση των αποικιοκρατικών συνόρων: μ’ αυτήν την έννοια είναι ίσως πιο κοντά στον παναραβισμό παρά στο λιβανέζικο εθνικισμό.

Τα όρια της Μεγάλης Συρίας σύμφωνα με το Σ.K.Ε.Κ., το σύμβολο του οποίου απεικονίζεται πάνω αριστερά.
Πηγή εικόνας

Οι ρίζες του συριακού εθνικισμού βρίσκονται ήδη στους διανοούμενους του 19ου αιώνα (με διαφορετικές απόψεις όσον αφορά την αραβικότητα της Συρίας). Κεντρική προσωπικότητα της ιδεολογίας αυτής έμελλε να γίνει όμως τον επόμενο αιώνα ο Λιβανέζος Αντούν Σααντέχ. Η ελληνορθόδοξη καταγωγή του μάλλον δεν είναι τυχαία: η περιοχή συγκέντρωσης της ελληνορθόδοξης αραβικής κοινότητας συμπίπτει λίγο πολύ με τη Μεγάλη Συρία, και δεν ήταν λίγα τα μέλη της που έδειξαν ενδιαφέρον γι’ αυτήν την ιδεολογία. Εξάλλου, παρά την αντίθεση στον παναραβισμό, και οι δύο ιδεολογίες συμφωνούσαν στο θέμα της κοσμικότητας και στην ανάγκη διαχωρισμού κράτους και θρησκείας, κάτι που στη Μέση Ανατολή γενικά συμφέρει τις χριστιανικές κοινότητες.

Το 1932 ο Σααντέχ ίδρυσε το Συριακό Κοινωνικό Εθνικιστικό Κόμμα, έχοντας ίσως εμπνευστεί και από τα φασιστικά κινήματα της εποχής (όπως και να ‘χει, η πειθαρχία, η ιεραρχία, η αλληλεγγύη και η πίστη στη στρατιωτική δύναμη ήταν βασικά στοιχεία του).  Παρά τα όποια φασιστικά πρότυπα, θα μπορούσε όμως κάποιος να ισχυριστεί ότι η ιδεολογία του ήταν ίσως η πιο ανθρωπιστική, αφού αναγνώριζε ως ισότιμο μέρος του βασισμένου στη Γεωγραφία «συριακού έθνους» όλες τις θρησκευτικές (Χριστιανούς ή Μουσουλμάνους) ή εθνικές ομάδες (Άραβες, Κούρδους, Αρμένιους κ.α.). Με μια εξαίρεση: τους Εβραίους. Αυτό ήταν μάλλον συνέπεια του σιωνιστικού κινδύνου: ας μην ξεχνάμε ότι  οι Σιωνιστές έποικοι διεκδικούσαν ένα σημαντικό μέρος της Μεγάλης Συρίας, την Παλαιστίνη.

Ο Αντούν Σααντέχ γεννήθηκε το 1904. Πίστευε στη γεωγραφική, ιστορική και πολιτισμική ιδιαιτερότητα της «Μεγάλης Συρίας» σε σχέση με τον υπόλοιπο αραβικό κόσμο. Εκτελέστηκε το 1949 μετά από αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος στο Λίβανο.
Πηγή εικόνας

Το κόμμα απέκτησε σύντομα σημαντική δύναμη κυρίως στο Λίβανο, όπου οργάνωσε και τη δική του ένοπλη ομάδα. Έλαβε μέρος στον μίνι-εμφύλιο του ’58 στο πλευρό του Προέδρου Σαμούν και της Φάλαγγας, ενάντια δηλαδή στην Αριστερά και τους Παναραβιστές.

Τις επόμενες δεκαετίες πάντως το κόμμα άλλαξε τον προσανατολισμό του και κινήθηκε προς τα αριστερά. Στον «επίσημο» εμφύλιο του Λιβάνου (1975-90) συμμάχησε αυτήν τη φορά με την Αριστερά, τους Παναραβιστές και τους Παλαιστίνιους ενάντια στη χριστιανική Δεξιά και στη συνέχεια έλαβε μέρος και στην αντι-ισραηλινή αντίσταση. Είχε στενές σχέσεις με το συριακό καθεστώς του Άσαντ – παρ’ όλο που στην ίδια τη Συρία το κόμμα ήταν απαγορευμένο! Ήταν επίσης μια από τις οργανώσεις που χρησιμοποίησαν ως όπλο τις επιθέσεις αυτοκτονίας (αυτές δεν είναι αποκλειστικό «προνόμιο» των ισλαμιστικών ομάδων, όπως πολλοί νομίζουν), βοηθώντας την στο να χτίσει το μύθο της.

Η Λιβανέζα Σανάα Μεχάιντλι ήταν το 1985 ίσως η πρώτη γυναίκα παγκοσμίως που πραγματοποίησε επίθεση αυτοκτονίας, σε ηλικία μόλις 16 ετών, ως μέρος της αντίστασης στην ισραηλινή κατοχή της πατρίδας της. Μαζί της παρέσυρε στο θάνατο δύο ισραηλινούς στρατιώτες. Ήταν μέλος του Σ.Κ.Ε.Κ.
Πηγή εικόνας  

Το κόμμα συμμετέχει σήμερα στο Λίβανο στη συμμαχία της «8ης Μαρτίου» (υπέρ δηλαδή του καθεστώτος Άσαντ και μαζί με τη Χεζμπολάχ). Μετά από πολλές δεκαετίες, είναι τώρα ξανά νόμιμο και στη Συρία. Είναι πάντως αμφίβολο κατά πόσον η ιδεολογία του είναι ελκυστική για τους σημερινούς νέους στην περιοχή – τουλάχιστον στα διεθνή μέσα ακούγεται πολύ λιγότερο από άλλες ιδεολογίες.

Παλαιστινιακός εθνικισμός

Πρόκειται επίσης για ιδιαίτερη περίπτωση, αν και με διαφορετικό τρόπο. Σε αντίθεση με άλλους τοπικούς εθνικισμούς, ο παλαιστινιακός δεν έχει ένα κράτος προς υπεράσπιση: η ίδρυση αυτού του κράτους είναι το ζητούμενο. Η αντι-ισραηλινή αντίσταση ήταν και είναι ο πυρήνας της ιδεολογίας.

Οι ρίζες του παλαιστινιακού εθνικισμού βρίσκονται στην εποχή του Μεσοπολέμου, στις πρώτες διαμάχες ανάμεσα στους ντόπιους αραβικούς πληθυσμούς της Παλαιστίνης και τους Σιωνιστές έποικους. Ο σιωνιστικός κίνδυνος, η προοπτική ίδρυσης δηλαδή ενός κράτους με ξένο πληθυσμό στην ίδια τους τη γη, ανησύχησε όπως ήταν φυσικό τους Παλαιστίνιους. Αυτός ο κίνδυνος δεν άργησε να γίνει πραγματικότητα το 1948, οδηγώντας τους μισούς περίπου Παλαιστίνιους στην προσφυγιά. Δεν είναι περίεργο που οι Άραβες αναφέρονται σ’ αυτά τα γεγονότα ως «Νάκμπα«, δηλαδή καταστροφή (κάτι ανάλογο με τη Μικρασιατική Καταστροφή στην Ελλάδα).

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πάντως η σύγκρουση δεν ήταν απλά ανάμεσα σε Σιωνιστές και Παλαιστίνιους, αλλά ανάμεσα στο σιωνισμό και τον αραβικό εθνικισμό γενικά. Οι Παλαιστίνιοι εναπόθεταν τις ελπίδες τους στην αραβική ενότητα και τους Άραβες ηγέτες: ιδιαίτερα τον Νάσερ της Αιγύπτου, ο οποίος μιλούσε συνεχώς για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης.

Τελικά, η απογοήτευση από τους ενδοαραβικούς ανταγωνισμούς και την ανικανότητα των αραβικών χωρών να βοηθήσουν ουσιαστικά τον παλαιστινιακό σκοπό, άρχισαν να οδηγούν και σε άλλες σκέψεις. Ιδιαίτερα μετά την ήττα του ’67, οι Παλαιστίνιοι κινήθηκαν αποφασιστικά προς την ιδέα ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους. Μαζί του ήρθε και η επανεκτίμηση μιας ιδιαίτερης παλαιστινιακής ταυτότητας, η οποία εκφράστηκε και με σύμβολα όπως π.χ. η κεφίγιε, το γνωστό παλαιστινιακό μαντήλι. Ο παλαιστινιακός εθνικισμός αντικατέστησε έτσι σταδιακά τον παναραβικό – χωρίς αυτό να σημαίνει αναγκαστικά ότι οι Παλαιστίνιοι παραιτήθηκαν από την ιδέα ενός ευρύτερου αραβικού έθνους, το οποίο οφείλει να τους συμπαραστέκεται στον αγώνα τους.

Ο Γιασέρ Αραφάτ συνήθιζε να φοράει τη κεφίγιε με τρόπο που σχημάτιζε την τριγωνική μορφή του χάρτη της Παλαιστίνης.
Πηγή εικόνας 

Ο βασικά κοσμικός χαρακτήρας του παλαιστινιακού εθνικισμού, όπως τον εκφράζει η Φατάχ και γενικά η ΟΑΠ, μαζί με το κοινό όραμα ίδρυσης ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους και της απαλλαγής από την ισραηλινή κατοχή, είναι στοιχείο που ενώνει Χριστιανούς και Μουσουλμάνους Παλαιστίνιους. Τις τελευταίες δεκαετίες πάντως ο κύριος εσωτερικός αντίπαλος του κοσμικού παλαιστινιακού εθνικισμού δεν είναι ο παναραβισμός, αλλά ο ισλαμισμός, όπως τον εκφράζουν οργανώσεις σαν τη Χαμάς. Ακόμα κι αυτές πάντως δεν αρνούνται τη ρητορική και τα σύμβολα του παλαιστινιακού εθνικισμού: σημάδι για την απήχηση και το ενωτικό δυναμικό της ιδεολογίας.

Διαδήλωση υπέρ της παλαιστινιακής ενότητας και της προσέγγισης μεταξύ Χαμάς και Φατάχ.
Πηγή εικόνας 

Συμπεράσματα

Οι στόχοι των τοπικών εθνικισμών (μ’ εξαίρεση ίσως το συριακό) μπορεί να φαίνονται λιγότερο μεγαλεπήβολοι, σε σύγκριση μ’ αυτούς του παναραβισμού ή του μαρξισμού. Δεν είναι ίσως παράξενο που οι τελευταίοι ακούγονταν περισσότερο σε μια εποχή που γενικά ο κόσμος ενθουσιαζόταν με τις μεγάλες ιδεολογίες, ενώ οι πρώτοι είχαν μπει στο περιθώριο. Την εποχή μας πάντως φαίνονται να έχουν επανέλθει δυναμικά, και να είναι ως κοσμικές ιδεολογίες οι κύριοι ιδεολογικοί αντίπαλοι του ισλαμισμού.

Πρέπει επίσης να παραδεχτούμε πως τα αποικιοκρατικά ενδοαραβικά σύνορα άντεξαν τελικά πολύ περισσότερο απ’ ότι προέβλεπαν πολλοί. Σίγουρα δεν μπορούμε να ρίξουμε το φταίξιμο για την αποτυχία των ενωτικών ιδεολογιών μόνο στις δυτικές παρεμβάσεις ή το Ισραήλ – κάποιες από τις αιτίες είναι προφανώς ενδογενείς. Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι μόνοι που κατάφεραν να καταργήσουν (προσωρινά ή όχι) τουλάχιστον τα πιο τεχνητά και αφύσικα σύνορα, αυτά μεταξύ Ιράκ και Συρίας, είναι οι πλέον φανατικοί ισλαμιστές (Ισλαμικό Κράτος). Ούτε οι μαρξιστές, ούτε οι σύριοι εθνικιστές, ούτε οι παναραβιστές είχαν πλησιάσει αυτό το στόχο, κι ας είχαν καταλάβει την εξουσία σ’ αυτές τις χώρες. Στο τέλος λύγισαν μπροστά στη δύναμη (και) των τοπικών ανταγωνισμών.

Οι τοπικοί εθνικισμοί είναι πολύ πιθανόν να διατηρήσουν τη δύναμή τους για αρκετό καιρό ακόμα. Έχουν το πλεονέκτημα ότι βασίζονται σε σταθερά ισχυρές τοπικές ταυτότητες, και προβάλλουν στόχους που μοιάζουν σχετικά εύκολα πραγματοποιήσιμοι. Το ερώτημα είναι, κατά πόσον θα αποτελέσουν εμπόδιο για μια ενδοαραβική συνεννόηση, ή θα γίνουν μέρος μιας γόνιμης σύνθεσης, που θα λαμβάνει υπόψη της και τα κοινά αραβικά συμφέροντα.

Βιβλιογραφία:

Ο πολεμος του Λιβανου – Μερος Β’: Ξενες επεμβασεις

Κλασσικό

Μετά από δυο χρόνια πολέμου, ο Λίβανος δεν ήταν πια στις αρχές του 1977 ο ίδιος. Ο λιβανέζικος στρατός είχε διασπαστεί και το κράτος είχε περάσει σε δεύτερο ρόλο σε σχέση με τις διάφορες ένοπλες οργανώσεις. Ο συριακός στρατός ήταν μέσα στη χώρα. Η Βηρυτός είχε ουσιαστικά διχοτομηθεί. Από τη μια ήταν η Δυτική Βηρυτός, η οποία ελεγχόταν από το Εθνικό Κίνημα και τους Παλαιστίνιους: κατά πλειοψηφία ήταν μουσουλμανική, αλλά όχι απόλυτα, αφού μεγάλο ποσοστό των μελών των αριστερών οργανώσεων ήταν χριστιανικής καταγωγής. Από την άλλη, η Ανατολική Βηρυτός ήταν ελεγχόμενη από τη χριστιανική Δεξιά. Τις δύο πλευρές χώριζε η Πράσινη Γραμμή (αυτή δεν είναι «προνόμιο» της Λευκωσίας).

Η Πράσινη Γραμμή της Βηρυτού
Πηγή: en.wikipedia.org

Η συριακή επέμβαση είχε αλλάξει τα δεδομένα, κάνοντας την κατάσταση πιο περίπλοκη. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η σύγκρουση φαινόταν σχετικά απλή και τα στρατόπεδα ξεκάθαρα: από τη μια ένα συντηρητικό δεξιό χριστιανικό μέτωπο με συμπάθειες από την αμερικανική κι ισραηλινή πλευρά, κι από την άλλη μια συμμαχία Αριστερών-Μουσουλμάνων-Παναραβιστών-Παλαιστινίων, η οποία είχε την εύνοια των θεωρούμενων ως προοδευτικών αντι-ιμπεριαλιστικών αραβικών καθεστώτων. Η στροφή όμως του συριακού καθεστώτος, το οποίο συγκαταλεγόταν στα τελευταία, προς τη λιβανέζικη Δεξιά, ήταν ουσιαστικά η αρχή της αποσύνθεσης αυτού του πολιτικού σκηνικού. Μέσα στα επόμενα χρόνια, τα στρατόπεδα θα άλλαζαν διαρκώς, σε σημείο που να μην ξέρει κάποιος ποιος είναι ο τελικά ο φίλος του και ποιος ο εχθρός.

Η ισραηλινή επέμβαση κι η άνοδος του Μπασίρ Τζεμαγέλ

Λίγους μόνο μήνες μετά τη σχετική ειρήνευση, η βία επανήλθε. Οι Παλαιστίνιοι κι ο Τζουμπλάτ δεν φαίνονταν πρόθυμοι να συμβιβαστούν με τη συριακή κατοχή και την επαναφορά στο προπολεμικό καθεστώς. Συγκρούσεις Παλαιστινίων και χριστιανικής Δεξιάς ξέσπασαν στο Νότιο Λίβανο. Ταυτόχρονα όμως, η δράση των παλαιστινιακών ένοπλων ομάδων τους αποξένωσε ακόμα και από τον σιιτικό πληθυσμό του Νότου, που έπρεπε να υπομένει τα ισραηλινά αντίποινα.

Η στάση της Συρίας άλλαξε ακόμα μια φορά κι έγινε λιγότερο ευνοϊκή προς τη Δεξιά. Αυτό όμως είχε σαν αποτέλεσμα την περαιτέρω προσέγγιση του Ισραήλ με τη Φάλαγγα, ως αντίδραση. Στην τελευταία κυριαρχούσε τώρα ο γιος του ιδρυτή Πιέρ Τζεμαγέλ, ο Μπασίρ, γνωστός για την αδιαλλαξία και το σκληρό του χαρακτήρα.

Ο Μπασίρ Τζεμαγέλ
Πηγή: yallamusic.files.wordpress.com

Τρεις πολιτικές δολοφονίες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην πορεία των πραγμάτων. Το 1977 σκοτώθηκε ο χαρισματικός Καμάλ Τζουμπλάτ, πράγμα που μάλλον οδήγησε σταδιακά στην αποδυνάμωση της Αριστεράς. Έπειτα, το ’78 εξαφανίστηκε ο Σιίτης ηγέτης της Αμάλ, Μούσα αλ Σάντρ, στη διάρκεια ταξιδιού του στη Λιβύη, με υποψίες για παλαιστινιακή ανάμιξη. Αυτό μάλλον συνέτεινε στην επιδείνωση των σχέσεων Σιιτών και Παλαιστινίων, οι οποίες ήταν ήδη επιβαρυμένες, όπως είδαμε πριν. Και τέλος, το ’79 δολοφονήθηκε ο Αμπού Χασάν, ο έμπιστος του Αραφάτ που έπαιζε το ρόλο συνδέσμου ανάμεσα στους Παλαιστίνιους και τους Φαλαγγίτες. Μετά απ’ αυτό, εντάθηκε η προσέγγιση της Φάλαγγας με το Ισραήλ.

Το 1978 το Ισραήλ εισέβαλε για πρώτη φορά στο Νότιο Λίβανο, με σκοπό να εκδιώξει τους Παλαιστίνιους μαχητές και να δημιουργήσει μια ζώνη ασφαλείας. Ο ισραηλινός στρατός αποχώρησε μετά από λίγο, φρόντισε όμως να αφήσει τον έλεγχο της περιοχής σε μια νεοσυσταθείσα δύναμη: τον Νοτιο-Λιβανέζικο Στρατό υπό την ηγεσία του Σαάντ Χαντάντ, ο οποίος συνέχισε την καταδίωξη των Παλαιστινίων και συνεργάστηκε απροκάλυπτα με το Ισραήλ. Αυτό φυσικά ευνόησε και τον άλλο σύμμαχο του Ισραήλ στον Λίβανο, δηλαδή τη Φάλαγγα και τον Μπασίρ Τζεμαγέλ.

Ο Σαάντ Χαντάντ, αρχηγός του Νότιο-Λιβανέζικου Στρατού. Μετά την οριστική αποχώρηση του ισραηλινού στρατού το 2000 από το Νότιο Λίβανο, τα μέλη του στρατού θεωρήθηκαν προδότες και καταδιώχθηκαν. Πολλοί κατέφυγαν και ζουν μέχρι σήμερα στο Ισραήλ.
Πηγή: histoiremilitairedumoyenorient.wordpress.com

Ήδη από το 1978 η Φάλαγγα είχε μετακινήσει την επιθετικότητά της όχι μόνο προς την Αριστερά, τους Παλαιστινίους και τη Συρία, αλλά κι ενάντια στις άλλες πρώην σύμμαχες μαρωνιτικές οργανώσεις. Εξόντωσε σχεδόν ολόκληρη την ομάδα του πρώην προέδρου Φραντζίγιε, ο οποίος κρατούσε πιο φιλο-συριακή στάση. Το 1980 επιτέθηκε και νίκησε και την άλλη σημαντική μαρωνίτικη δύναμη, αυτήν του Ντάνι Σαμούν, γιου του άλλου πρώην προέδρου. Μ’ αυτόν τον τρόπο, όλες οι μαρωνιτικές δυνάμεις ενώθηκαν υπό την κυριαρχία της Φάλαγγας και με τον νέο τίτλο «Λιβανέζικες Δυνάμεις«. Κι ο Μπασίρ Τζεμαγέλ ένιωθε ότι άνοιγε ο δρόμος για την απόλυτη εξουσία.

Το 1982 έγινε τελικά αυτό που πολλοί περιμένανε και ο Τζεμαγέλ προσδοκούσε. Ο ισραηλινός στρατός, υπό την ηγεσία του Αριέλ Σαρόν, εισέβαλε για δεύτερη φορά στον Λίβανο – αυτή τη φορά όμως για να μείνει. Και δεν σταμάτησε όπως την τελευταία φορά λίγο μακριά από τα σύνορα, όσο χρειαζότανε δηλαδή για να εγγυηθεί την ασφάλεια του Ισραήλ από παλαιστινιακές επιθέσεις. Αντίθετα, προς έκπληξη πολλών, συνέχισε την προέλαση του μέχρι την πρωτεύουσα. Ήταν φανερό ότι στόχος ήταν ο ίδιος ο Γιασέρ Αραφάτ: για το Ισραήλ, αυτή ήταν η ολοκληρωτική μάχη με την ΟΑΠ (Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης), η οποία είχε γίνει υπερβολικά δυνατή κι επικίνδυνη.

Μετά από δύο μήνες σκληρής πολιορκίας και βομβαρδισμών της Δυτικής Βηρυτού, η αντίσταση των Παλαιστίνιων κάμφθηκε. Ο Αραφάτ μαζί με την ηγεσία της ΟΑΠ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Λίβανο – παρεμπιπτόντως, με πρώτο ενδιάμεσο σταθμό την Αθήνα (για να θυμόμαστε ότι υπήρχαν και τέτοιες εποχές). Κι ο Μπασίρ Τζεμαγέλ πέτυχε τελικά το στόχο του: έφτασε ως το προεδρικό αξίωμα, πατώντας όμως πάνω στα ισραηλινά άρματα. Δεν πρόλαβε να χαρεί την επιτυχία του: δολοφονήθηκε τον Σεπτέμβρη του ’82, πριν ακόμα ορκιστεί.

Η ισραηλινή κατοχή της Βυρητού – Σάμπρα και Σατίλα

Μετά τη δολοφονία του Τζεμαγέλ, ο ισραηλινός στρατός εισήλθε μέσα στη Δυτική Βηρυτό. Κι έτσι για πρώτη – και τελευταία μέχρι στιγμής – φορά στην ιστορία του, βρέθηκε να κατέχει μια αραβική πρωτεύουσα. Το σοκ ήταν μεγάλο, δεν έμεινε όμως χωρίς αντίδραση. Σχεδόν άμεσα ιδρύθηκε το Μέτωπο Λιβανέζικης Εθνικής Αντίστασης (γνωστό από τα αραβικά αρχικά του ως «Τζαμούλ«), κυρίως από τα κομμουνιστικά κι άλλα αριστερά κόμματα, οργανώνοντας επιθέσεις στα ισραηλινά στρατεύματα και κάνοντας το κόστος της κατοχής μεγάλο.

Ο (Μαρωνίτης) Ελίας Ατάλαχ, ηγέτης του Τζαμούλ.
Πηγή: http://www.alkalimaonline.com

Τελικά, ο ισραηλινός στρατός αποχώρησε από τη Δυτική Βηρυτό μετά από μερικές μόνο μέρες. Θα υποχωρούσε σταδιακά μέχρι την περιοχή του Νότιου Λιβάνου κοντά στα σύνορα του Ισραήλ, την οποία έμελλε να κατέχει για ακόμα 18 χρόνια. Πριν φύγει όμως, ο ισραηλινός στρατός θα συνδεόταν με μια από τις πιο μεγάλες σφαγές σε ολόκληρη την ιστορία του λιβανέζικου εμφυλίου.

Στις 16.9.82, δύο μόλις μέρες μετά τη δολοφονία του Μπασίρ Τζεμαγέλ, Φαλαγγίτες εξοργισμένοι για το φόνο του αρχηγού τους μπήκαν στις συνοικίες Σάμπρα και Σατίλα (η δεύτερη είναι παλαιστινιακός καταυλισμός), με την άδεια του ισραηλινού στρατού, υποτίθεται για την εξουδετέρωση κάποιων εναπομείναντων Παλαιστίνιων μαχητών. Θα μείνουν εκεί δυο μέρες, οργανώνοντας ένα πραγματικό όργιο βίας. Ο απολογισμός: 1400 – 2000 νεκροί (ανάμεσά τους πολλά γυναικόπαιδα και γέροι), καθώς και μαζικοί βιασμοί. Ο ισραηλινός στρατός, ο οποίος ακόμα κατείχε τότε τη Βηρυτό, έμεινε απ’ έξω παρακολουθώντας τη σφαγή, αναλαμβάνοντας κιόλας κατά παράκληση των Φαλαγγιτών τον νυχτερινό φωτισμό με φωτοβολίδες.

Εικόνες από τη Σάμπρα και Σατίλα.
Πηγή: http://www.independent.co.uk

Η σφαγή και η αδιαφορία ή συνενοχή του ισραηλινού στρατού προκάλεσε παγκόσμια κατακραυγή, ακόμα και μέσα στο ίδιο το Ισραήλ. Η επιτροπή που συστάθηκε εκεί για να εξετάσει το γεγονός, απέδωσε ευθύνες στο στρατό για την απραξία του. Ο τότε υπουργός Άμυνας Αριέλ Σαρόν εξαναγκάστηκε σε παραίτηση – για να επανέλθει 18 χρόνια μετά ως πρωθυπουργός. Στον ίδιο τον Λίβανο πάντως, κανείς δεν τιμωρήθηκε ποτέ σε σχέση με τα γεγονότα. Ο πιθανός ηγέτης των δραστών θα γινόταν μάλιστα και υπουργός, μετά το τέλος του πολέμου.

Η διεθνοποίηση του πολέμου κι η επικράτηση της Συρίας

Στη σκιά των σφαγών της Σαμπρά και Σατίλα, ο ισραηλινός στρατός αποχώρησε από τη Βηρυτό και μια διεθνής δύναμη, στην οποία συμμετείχαν ΗΠΑ, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία και Ιταλία, έφτασε στη χώρα. Ο Αμίν Τζεμαγέλ, αδελφός του Μπασίρ, ανέλαβε την προεδρία αντί αυτού, ενώ ο επίσημος Λιβανέζικος Στρατός επέστρεψε μετά από χρόνια στη Δυτική Βηρυτό. Ξεκίνησαν συνομιλίες για να συμφωνηθεί μια ισραηλινή (και συριακή) αποχώρηση. Για μια ακόμα φορά, κάποιοι πίστεψαν ότι ο πόλεμος έφτανε στο τέλος του.

Δεν άργησαν να διαψευστούν κι αυτές οι ελπίδες. Ο Λιβανέζικος Στρατός άρχισε να συλλαμβάνει κόσμο και γενικά η μαρωνίτικη Δεξιά να συμπεριφέρεται ως νικήτρια του πολέμου. Πολλοί αντιπολιτευόμενοι εξαφανίστηκαν χωρίς ίχνη, αυξάνοντας πάλι την ένταση. Στο νότιο μέρος της οροσειράς του Λιβάνου και στα βουνά Σουφ ξέσπασαν πάλι ένοπλες συγκρούσεις ανάμεσα σε Δρούζους και Μαρωνίτες: οι πρώτοι στηρίχτηκαν από τις δυνάμεις του Εθνικού Κινήματος και τη Συρία, ενώ οι δεύτεροι από τον Λιβανέζικο Στρατό. Οι Δρούζοι επικράτησαν σ’ αυτόν τον Πόλεμο του Βουνού (όπως ονομάστηκε), ο οποίος τελείωσε με μια ακόμα μεγάλη σφαγή αμάχων, αυτήν τη φορά Χριστιανών.

Η παρέμβαση της διεθνούς δύναμης υπέρ του Λιβανέζικου Στρατού, την έκανε και αυτή στα μάτια πολλών μέρος της σύγκρουσης και άρα και νόμιμο στόχο. Μια σειρά από επιθέσεις άφησε εκατοντάδες Αμερικάνους και Γάλλους νεκρούς, στρατιωτικούς και μη. Οι συνομιλίες για αποχώρηση του ισραηλινού στρατού κατέληξαν μεν σε μια συμφωνία Ισραήλ-Λιβάνου, η οποία ήταν όμως ουσιαστικά μη εφαρμόσιμη, ιδιαίτερα αφού δεν έγινε δεκτή από τη Συρία – υπέρ της οποίας τάχθηκε πλέον πολύ πιο ενεργά κι η ΕΣΣΔ, βοηθώντας στον επανεξοπλισμό της. Ήταν φανερό ότι οι Σοβιετικοί δεν ήθελαν να αφήσουν τους Αμερικάνους να περάσουν από τον Λίβανο χωρίς πληγές (ιδιαίτερα αν σκεφτούμε ότι μιλάμε για την εποχή του πολέμου στο Αφγανιστάν).

Βόμβα στην Αμερικάνικη Πρεσβεία στη Βηρυτό, 1983.
Πηγή: en.wikipedia.org

Το Φλεβάρη του ’84, οι φιλοσυριακές δυνάμεις ξεκίνησαν εξέγερση στη Δυτική Βηρυτό. Τον κυρίαρχο ρόλο έπαιξε τώρα η Αμάλ, η οποία γινόταν όλο και πιο πολύ ο κύριος σύμμαχος της Συρίας μέσα στο Λίβανο. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα πέτυχαν μια σπουδαία νίκη ενάντια στο Λιβανέζικο Στρατό, ο οποίος μπήκε ξανά στο περιθώριο. Η διεθνής δύναμη αναγκάστηκε να αποχωρήσει. Ήταν μια σημαντική νίκη για τη Συρία, η οποία ουσιαστικά έθεσε πλέον υπό τον έλεγχο της τα πιο σημαντικά κομμάτια του Λιβάνου, ενώ το Ισραήλ έλεγχε τη νότια περιοχή κοντά στα σύνορά του. Αυτός ο συνδυασμός έμελλε να κρατήσει για πολλά χρόνια και να επιβιώσει και μετά το τέλος του εμφυλίου.

Εν τω μεταξύ, η Συρία πέτυχε μια νίκη και σε ένα άλλο μέτωπο: αυτό εναντίον του Αραφάτ. Η παλιά δύσκολη συμμαχία Άσαντ-Αραφάτ είχε γίνει πλέον ανοικτή έχθρα και οι δύο πλευρές συγκρούστηκαν βίαια στο βόρειο Λίβανο. Ένα μέρος των Παλαιστινίων εκφράστηκε υπέρ της Συρίας και πολέμησε ενάντια στον πρώην ηγέτη του. Ο Αραφάτ επέστρεψε στο Λίβανο για να διευθύνει τη μάχη – μετά την ήττα του έφυγε ξανά, αυτήν τη φορά οριστικά. Και μαζί μ’ αυτόν εξαφανίστηκε σταδιακά και η παλαιστινιακή επιρροή στο Λίβανο, η οποία είχε υπάρξει τόσο καθοριστική στα πρώτα χρόνια του εμφυλίου.

Πολυδιάσπαση υπό μια Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας

Ήδη από τις αρχές του ’84, η Βηρυτός είχε διασπαστεί ξανά, αφού οι παλιές δυνάμεις του Εθνικού Κινήματος (Κομμουνιστές, Τζουμπλάτ, Νασερικοί, μαζί με την πολύ πιο δυναμική πλέον Αμάλ) πήραν ξανά τον έλεγχο του δυτικού της τμήματος. Δεν έλειψαν πάντως και οι προσπάθειες συνεννόησης. Σχηματίστηκε μάλιστα και μια κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, με τη συμμετοχή προσώπων απ’ όλες τις παρατάξεις. Χωρίς πάντως αυτό να σημαίνει ότι σταμάτησαν και τις ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ τους: χαρακτηριστική γι’ αυτήν τη σουρεαλιστική κατάσταση ήταν η φράση του (ακόμα πρόεδρου) Αμίν Τζεμαγέλ «οι υπουργοί μου με βομβαρδίζουν», πράγμα που συνέβαινε περίπου κυριολεκτικά.

Ταυτόχρονα όμως, ξεκίνησαν και βίαιες εσωτερικές συγκρούσεις εντός των δύο στρατοπέδων. Η Αμάλ συμμάχησε π.χ. με τον Ουαλίντ Τζουμπλάτ για να επιτεθούν στο νασερικό Μουραμπιτούν, ενώ λίγο αργότερα συγκρούστηκαν και μεταξύ τους. Από την άλλη πλευρά, ένοπλες συγκρούσεις υπήρχαν και ανάμεσα σε διάφορες ομάδες της χριστιανικής Δεξιάς. Στην ουσία, ο Λίβανος διασπάστηκε σε πολλές μικρές περιοχές υπό τον έλεγχο ένοπλων ομάδων, οι οποίες λειτουργούσαν περίπου και σαν τοπικές κυβερνήσεις, συλλέγοντας φόρους κι εφαρμόζοντας αυθαίρετα δικαιοσύνη. Σε κάποιο βαθμό, αυτοί οι ένοπλοι είχαν γίνει ανεξέλεγκτοι, ακόμα κι από τη διοίκησή τους.

Ο Αμίν Τζεμαγέλ (στο κέντρο) με το Σαμίρ Ζάζα (δεξιά) – δύο από τους ηγέτες της χριστιανικής Δεξιάς, οι οποίοι άλλοτε συμμαχούσαν και άλλοτε συγκρούονταν.
Πηγή: histoiredesforceslibanaises.files.wordpress.com

Η εμφάνιση του ισλαμισμού

Πριν απ’ τον πόλεμο, η επιρροή των ισλαμιστικών κινημάτων στο Λίβανο ήταν από μικρή ως ασήμαντη. Ήδη όμως από το 1982 είχε εμφανιστεί στη συντηρητική σουνιτική Τρίπολη η ισλαμιστικής κατεύθυνσης οργάνωση Ταχβίντ, συμμετέχοντας και ένοπλα στον εμφύλιο. Η Τρίπολη παραμένει μέχρι σήμερα το λιβανέζικο κέντρο του σουνιτικού ισλαμισμού.

Πολύ πιο σημαντικός στην πολιτική σκηνή του Λιβάνου έμελλε ν’ αποδειχτεί ο σιιτικός ισλαμισμός. Ήδη η Αμάλ της εποχής του Μούσα αλ-Σαντρ είχε κάποιες ισλαμιστικές τάσεις, μετά την εξαφάνισή του όμως το ’78 η οργάνωση κινήθηκε σε μάλλον κοσμική κατεύθυνση. Αυτό δεν έμεινε χωρίς αντίδραση στη σιιτική κοινότητα, η οποία εκτός από τον παραδοσιακό αποκλεισμό της από το λιβανέζικο πολιτικό κι οικονομικό σύστημα, είχε από τις αρχές της δεκαετίες του ’80 ν’ αντιμετωπίσει και τη σκληρή ισραηλινή κατοχή. Η τελευταία οδήγησε σε μια μαζική προσφυγοποίηση Σιιτών με κατεύθυνση τα φτωχά προάστια της Βηρυτού, δημιουργώντας έτσι και τις κατάλληλες συνθήκες για την εξάπλωση ισλαμιστικών κινημάτων.

Σαν έκφραση αυτής της τάσης δημιουργήθηκε η Χεζμπολάχ («Κόμμα του Θεού»). Η οργάνωση είχε σαν πρότυπό της την ακόμα πολύ νεαρή τότε Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, η οποία ήταν και ο κύριος χρηματοδότης της. Μέχρι τότε, η Αμάλ μονοπωλούσε σχεδόν την εκπροσώπηση των Σιιτών. Πολλά μέλη της όμως προσχώρησαν στη νεοσύστατη Χεζμπολάχ, διασπώντας έτσι και τον σιιτικό πληθυσμό.

Πανό της Χεζμπολάχ σε σιιτική συνοικία της Βηρυτού (2011). Πάνω δεξιά ο αρχηγός Χασάν Νασράλαχ.

Η Χεζμπολάχ επικέντρωσε τη δραστηριότητά της από την αρχή εναντίον της ισραηλινής κατοχής στο Νότιο Λίβανο: μια πολιτικά έξυπνη κίνηση, η οποία, μαζί με τις κοινωνικές παροχές που προσέφερε, αύξησε πολύ τη δημοφιλία της. Η Χεζμπολάχ πήρε τα ηνία σ’ αυτόν τον τομέα από την αριστερή Τζαμούλ και σταδιακά συνέδεσε αυτή το όνομα της με την αντι-ισραηλινή Αντίσταση.

Ο πόλεμος των καταυλισμών και η ενδοσιιτική σύγκρουση

Ήδη αναφέρθηκε η έχθρα μεταξύ Συρίας κι Αραφάτ, η οποία είχε εξελιχθεί και σε ανοικτή σύγκρουση. Η Αμάλ, ως ο πιο πιστός σύμμαχος της Συρίας, μετέφερε αυτήν τη σύγκρουση και στον κεντρικό και νότιο Λίβανο. Το 1985 επιτέθηκε στους παλαιστινιακούς καταυλισμούς, στους οποίους η ΟΑΠ είχε ακόμα σημαντική επιρροή. Ο πόλεμος αυτός θα ονομαζόταν «Πόλεμος των Καταυλισμών» και θα κρατούσε τρία χρόνια, αφήνοντας και αυτός πολλές πληγές πίσω του.

Η Αμάλ ήθελε ουσιαστικά να εκκαθαρίσει το Λίβανο από κάθε επιρροή του Αραφάτ. Σ’ αυτόν τον πόλεμο είχε σύμμαχους όχι μόνο τον συριακό στρατό, αλλά και κάποιους φιλο-σύριους Παλαιστίνιους, που, όπως είπαμε πριν, είχαν ήδη διασπαστεί από την ΟΑΠ. Τελικά η Αμάλ πέτυχε να εκδιώξει την ΟΑΠ από τους καταυλισμούς μέσα ή κοντά στη Βηρυτό, όχι όμως κι απ’ αυτούς στο Νότο.

Από τον Πόλεμο των Καταυλισμών
Πηγή: news.bbc.co.uk

Ταυτόχρονα όμως η Αμάλ αναμίχθηκε και σε μια άλλη άγρια σύγκρουση, που ήταν ακόμα πιο αδελφοκτόνα: αυτήν εναντίον της Χεζμπολάχ. Σήμερα μπορεί οι δύο σιιτικές οργανώσεις, οι οποίες έχουν περίπου κοινή προέλευση, να είναι πάλι στενοί σύμμαχοι, δεν ήταν όμως πάντα έτσι. Ουσιαστικά μέσω της Αμάλ και της Χεζμπολάχ συγκρούονταν η Συρία και το Ιράν αντίστοιχα, που τότε δεν είχαν ακόμα τη στενή σχέση που έχουν σήμερα. Οι δύο οργανώσεις ήθελαν τον πλήρη έλεγχο των σιιτικών περιοχών, η κάθε μια για λογαριασμό της. Κάποιες διαδηλώσεις γυναικών με σκοπό να σταματήσει αυτή η σφαγή Σιιτών εναντίων Σιιτών, έγιναν οι ίδιες στόχος πυροβολισμών. Αυτή η ενδοσιιτική σύγκρουση θα κρατούσε μέχρι το τέλος του πολέμου.


Μετά από πάνω από μια δεκαετία καταστροφικών μαχών και ξένων επεμβάσεων, η κατάσταση στο Λίβανο είχε γίνει ακόμα πιο περίπλοκη απ’ ό,τι στην αρχή. Η σύγκρουση που ήταν στη ρίζα του πολέμου (Μουσουλμάνοι, Παλαιστίνιοι και Αριστερά εναντίον χριστιανικής Δεξιάς) είχε αρχίζει να ξεθωριάζει. Έδωσε όμως, όπως είδαμε, τη θέση της σε άλλες συγκρούσεις, όχι λιγότερο άγριες. Μέσα σ’ αυτό το χάος, ξεχώρισε η επιρροή της Συρίας: ο ρόλος της στο Λίβανο ήταν το κλειδί για τη συνέχιση ή το τέλος του πολέμου, όπως έμελλε να φανεί στα επόμενα χρόνια.


Σχετικά επεισόδια του ντοκυμαντέρ «ο πόλεμος του Λιβάνου»

Βιβλιογραφία:

  • A. Nizar Hamzeh (1997): Islamism in Lebanon – A Guide. (σύνδεσμος)
  • Haim Shaked & Daniel Dishon (eds.) (1986): Middle East Contemporary Survey – Volume VIII, 1983-84 (σύνδεσμος)
  • Mehmet Gurses: The Lebanese Civil War, 1975-78.
  • Sune Haugbolle (2011): The historiography and the memory of the Lebanese civil war (σύνδεσμος)
  • Hassan Krayem: The Lebanese Civil War and the Taif Agreement (σύνδεσμος)
  • Samir Makdisi & Richard Sadaka (2003): The Lebanese Civil War, 1975-1990. (σύνδεσμος)

Ο πολεμος του Λιβανου – Μερος Α’: Εισαγωγη

Κλασσικό

Το 2000 το γνωστό καταρινό δίκτυο Αλ Τζαζίρα ετοίμασε ένα ντοκιμαντέρ για τον εμφύλιο πόλεμο του Λιβάνου, σε 15 επεισόδια των 40-50 λεπτών, στα οποία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό κι αυτό το άρθρο. Τα επεισόδια περιλάμβαναν συνεντεύξεις με τους σημαντικότερους πρωταγωνιστές του πολέμου, όσους απ’ αυτούς είχαν μείνει ζωντανοί. Πολλοί Λιβανέζοι το παρακολούθησαν ίσως για να καταλάβουν κι οι ίδιοι για ποιον λόγο αλληλοσκοτώνονταν επί 16 χρόνια (ο εμφύλιος κράτησε από το 1975 μέχρι το 1990).

Πράγματι, ο λιβανέζικος εμφύλιος πόλεμος ήταν μια από τις πιο πολύπλοκες συγκρούσεις που μπορεί κάποιος να φανταστεί. Θα μπορούσε ίσως να ειπωθεί γι’ αυτόν, ότι καθεμία από τις άπειρες στρατιωτικές ομάδες είχε πολεμήσει τουλάχιστον μια φορά εναντίον της καθεμίας από τις υπόλοιπες. Για να προσπαθήσει τουλάχιστον κάποιος να βγάλει ένα νόημα, είναι απαραίτητο να ξέρει κάποια πράγματα για την ιστορία και την πολιτική δομή της χώρας.

Από τη Γαλλική Εντολή στο Εθνικό Σύμφωνο

Μετά τον Α’ Παγκόσμιο και τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο Λίβανος ανήκε μαζί με τη Συρία στην περιοχή εντολής της Γαλλίας. Οι Γάλλοι είχαν χωρίσει την περιοχή τους σε πέντε διοικητικές ενότητες, μια εκ των οποίων ήταν και ο Λίβανος. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο, οι τέσσερις απ’ αυτές τις ενότητες αποτέλεσαν τη Συριακή Δημοκρατία, ο Λίβανος όμως έγινε ανεξάρτητο κράτος. Αυτό δεν ήταν τυχαίο: ο Λίβανος ήταν τότε η μοναδική περιοχή της Μέσης Ανατολής με χριστιανική πλειοψηφία. Ανάμεσα στις πολλές χριστιανικές κοινότητες της χώρας, η μεγαλύτερη είναι αυτή των Μαρωνιτών, μια ιδιαίτερη ομάδα που υπάγεται στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.

Η περιοχή Γαλλικής Εντολής, χωρισμένη σε πέντε κράτη. Το Σαντζάκι της Αλεξανδρέτας (μπλε) ανήκε αρχικά στο κράτος του Χαλεπίου (κόκκινο), δόθηκε όμως στην Τουρκία το 1939.
Πηγή: en.academic.ru

Όπως σε όλο τον αποικιοκρατούμενο κόσμο, η επιρροή των εθνικο-απελευθερωτικών κινημάτων ήταν τότε  μεγάλη και στον Λίβανο. Η ιδιαιτερότητα ήταν όμως ότι στον Λίβανο υπήρχαν (και εν μέρει ακόμα υπάρχουν) ταυτόχρονα τουλάχιστον τρεις εθνικές ιδεολογίες: η αραβική, η συριακή και η λιβανέζικη. Ο αραβικός εθνικισμός στόχευε στην ένωση όλων των Αράβων σ’ ένα μεγάλο κράτος, από το Μαρόκο ως το Ιράκ. Ο συριακός εθνικισμός αντίθετα προσέβλεπε στην δημιουργία της Μεγάλης Συρίας, ενός κράτους δηλαδή που θα συμπεριλάμβανε τουλάχιστον τη σημερινή Συρία, το Λίβανο, την Παλαιστίνη και την Ιορδανία. Τέλος, οι υποστηρικτές του λιβανέζικου εθνικισμού έβλεπαν τους Λιβανέζους σαν ξεχωριστό έθνος, απόγονους ίσως των Φοινίκων, κι όχι κατ’ ανάγκη μέρος του αραβικού έθνους. Αν και σχεδόν ολόκληρος ο πληθυσμός του Λιβάνου είναι αραβόφωνος, οι θρησκευτικές διαφορές επηρέαζαν και την προτίμηση σε μια απ’ αυτές τις εθνικές ιδεολογίες. Έτσι, οι Μουσουλμάνοι έτειναν προς τον αραβικό εθνικισμό. Οι περισσότεροι Μαρωνίτες, που μόνο στο Λίβανο αποτελούσαν ομάδα με σημαντικό ποσοστό κι επιρροή, βρίσκονταν πιο κοντά στον λιβανέζικο εθνικισμό. Ο συριακός εθνικισμός είχε σημαντική απήχηση ανάμεσα στους Ελληνορθόδοξους και τους Ουνίτες: αναμενόμενο, αφού οι περισσότεροι αραβόφωνοι Ελληνορθόδοξοι/Ουνίτες ζουν στις χώρες που θα αποτελούσαν τη Μεγάλη Συρία, κυρίως στη σημερινή Συρία.

Τελικά, ο Λίβανος κήρυξε την ανεξαρτησία του το 1943. Αυτό από μόνο του ήταν προϊόν συμβιβασμού ανάμεσα στις διάφορες εθνικές ιδεολογίες: ο Λίβανος θα ήταν αραβικό κράτος χωρίς ξένη προστασία (αντίθετα δηλαδή με τις προτιμήσεις πολλών Μαρωνιτών), αποκλείοντας όμως την ένωση με τη Συρία (την οποία επιθυμούσαν πολλοί Μουσουλμάνοι). Το πιο δύσκολο όμως ήταν να βρεθεί μια φόρμουλα που να εξασφαλίζει την πολιτική συμβίωση των 17 τουλάχιστον διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων στο νέο κράτος, εκ των οποίων καμία δεν είχε την απόλυτη πλειοψηφία στο πληθυσμό.

Θρησκευτικός χάρτης του Λιβάνου.
ανοικτό ροζ = Σουνίτες
σκούρο ροζ = Σιίτες
μπεζ = Μαρωνίτες
ανοικτό καφε = Ελληνορθόδοξοι
σκούρο καφέ = Ελληνοκαθολικοί (Ουνίτες)
γαλάζιο = Δρούζοι
Πηγή: http://www.lib.utexas.edu

Η λύση που τελικά εφαρμόστηκε ήταν η κατανομή των κυβερνητικών θέσεων στις θρησκευτικές κοινότητες ανάλογα με το πληθυσμιακό τους ποσοστό, σύμφωνα με την απογραφή του 1932. Συνολικά έπρεπε να τηρείται η αναλογία 6:5 (Χριστιανοί προς Μουσουλμάνοι): αυτό ίσχυε και για τις κοινοβουλευτικές έδρες. Τα πιο σημαντικά κρατικά αξιώματα μοιράστηκαν ανάμεσα στις μεγαλύτερες κοινότητες: ο πρόεδρος της Δημοκρατίας έπρεπε να είναι Μαρωνίτης, ο πρωθυπουργός Σουνίτης, ο πρόεδρος της Βουλής Σιίτης, ο αντιπρόεδρος Ελληνορθόδοξος. Τα πολιτικά δικαιώματα ενός Λιβανέζου πολίτη θα περνούσαν δηλαδή μέσα από την θρησκευτική κοινότητα στην οποία ανήκε, ενώ διάφορα θέματα καθημερινότητας (π.χ. διαζύγια, κληρονομιά) θα ήταν στη δικαιοδοσία της κάθε κοινότητας ξεχωριστά. Αυτό το σύστημα ονομάστηκε Εθνικό Σύμφωνο: με κάποιες προσαρμογές ισχύει ουσιαστικά μέχρι σήμερα.

Τα πρώτα δύσκολα βήματα του νέου κράτους

Ήταν φανερό από την αρχή ότι αυτή η κατάσταση δύσκολα θα εξασφάλιζε τη σταθερότητα και δεν άργησαν να εμφανιστούν οι πρώτες τριβές. Οι Μουσουλμάνοι ένιωθαν ότι αυτό το σύστημα ευνοούσε τους Μαρωνίτες, οι οποίοι σύντομα έφτασαν να κατέχουν τις σημαντικότερες θέσεις στην πολιτική, την οικονομία και το στρατό. Με την πάροδο των χρόνων, οι δημογραφικές αναλογίες άρχισαν να ανατρέπονται εις βάρος των Μαρωνιτών, αυτοί όμως επέμεναν στη διανομή των θέσεων με βάση την ευνοϊκή γι’ αυτούς απογραφή του 1932. Δημιουργήθηκε δηλαδή ουσιαστικά μια κατάσταση, όπου μια μουσουλμανική πλειοψηφία ήταν υποχρεωμένη να δεχτεί την κυριαρχία μιας μαρωνίτικης μειοψηφίας. Αυτό ενίσχυσε τις φωνές που ζητούσαν την κατάργηση του πολυθρησκευτικού συστήματος και την αντικατάστασή του από την αρχή της ισότητας, ή τουλάχιστον την αναδιανομή των θέσεων με τρόπο που να αντικατοπτρίζει τις νέες δημογραφικές πραγματικότητες.

Ταυτόχρονα, ο πολιτικός κόσμος του Λιβάνου διχάστηκε και στο θέμα της εξωτερικής πολιτικής. Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 σχηματίστηκαν δύο στρατόπεδα στον αραβικό κόσμο. Από τη μία ήταν τα ρεπουμπλικανικά προοδευτικά (αν και συνήθως αυταρχικά) καθεστώτα, τα οποία βασίζονταν στην ιδεολογία του παναραβικού εθνικισμού, συχνά με σοσιαλιστικές αποχρώσεις και καλές σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση. Κεντρική προσωπικότητα ήταν ο Νάσερ της Αιγύπτου, ενώ σ’ αυτό το στρατόπεδο ανήκε και η στενά συνδεδεμένη με το Λίβανο Συρία. Από την άλλη ήταν οι συντηρητικές μοναρχίες, φιλοδυτικές κι αντικομμουνιστικές, όπως η Σαουδική Αραβία, το Μαρόκο κι η Ιορδανία. Ο Λίβανος αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στα δύο αυτά στρατόπεδα. Ενώ η μεγάλη πλειοψηφία των Μουσουλμάνων είχε συμπάθειες για το πρώτο στρατόπεδο, οι κυρίαρχες μαρωνιτικές ελίτ, και κυρίως ο Πρόεδρος Σαμούν, είχαν φιλο-αμερικανικό προσανατολισμό. Η θρησκευτική ταυτότητα δεν ταυτιζόταν πάντως αναγκαστικά με τις προτιμήσεις στην εξωτερική πολιτική. Πολλοί σημαντικοί Μαρωνίτες ήταν μάλλον φιλονασερικοί, όπως ο Πατριάρχης των Μαρωνιτών Μπούλος Μπούτρος αλ-Μεούσι  (γι’ αυτό και οι εχθροί του τον αποκαλούσαν ειρωνικά «Μοχάμεντ αλ-Μεούσι») ή ο δημοσιογράφος Νασίμπ αλ-Μάτνι, του οποίου η δολοφονία έμελλε να οδηγήσει στην πρώτη ένοπλη σύγκρουση.

Ο Καμίλ Σαμούν. Συνέχισε να είναι πολιτικά δραστήριος και μετά τη λήξη της προεδρικής του θητείας.
Πηγή: http://www.natgeocreative.com

Το 1958 η Αίγυπτος κι η Συρία ενώθηκαν με το όνομα Ενωμένη Αραβική Δημοκρατία, υπό την ηγεσία του Νάσερ. Αυτό ανησύχησε ιδιαίτερα τον Πρόεδρο Σαμούν: εξάλλου η Συρία ποτέ δεν είχε παραιτηθεί από τις αξιώσεις της στο Λίβανο. Στο Λίβανο υπήρχε ήδη μεγάλη πολιτική ένταση λόγω των εκλογών του 1957, οι οποίες ευνόησαν τον Σαμούν, αλλά συνοδεύτηκαν από σοβαρές κατηγορίες για παραποίηση των αποτελεσμάτων. Η δολοφονία του αλ-Μάτνι, μία μέρα μετά τη δημοσίευση άρθρου στο οποίο ζητούσε την παραίτηση του Σαμούν, ήταν το σπίρτο που άναψε τη φωτιά στο εύφλεκτο λιβανέζικο πολιτικό τοπίο. Γρήγορα η κατάσταση εξελίχτηκε σε έναν μίνι-εμφύλιο, με τις δύο παρατάξεις να συγκρούονται βίαια και τον λιβανέζικο στρατό να τηρεί μάλλον ουδέτερη στάση. Η ειρήνη αποκαταστάθηκε αφού ο Σαμούν παραμερίστηκε μετά από μερικούς μήνες. Στη θέση του εκλέχθηκε ο στρατηγός Σεχάμπ, του οποίου η συμβιβαστική πολιτική εξασφάλισε την ειρήνη και τη σταθερότητα για την επόμενη δεκαετία – κάτι που όπως αποδείχτηκε ήταν τελικά απλά η ηρεμία πριν την καταιγίδα. Τα προβλήματα που ήταν στη ρίζα των συγκρούσεων δεν είχαν λυθεί.

Το σκηνικό για τον πόλεμο στήνεται

Στον μίνι-εμφύλιο του ’58 συμμετείχε στο πλευρό του Προέδρου Σαμούν κι η οργάνωση «Φάλαγγα» (Καταέμπ). Αυτή είχε ιδρυθεί ήδη τη δεκαετία του ’30 από τον Μαρωνίτη Πιέρ Τζεμαγέλ, κατά τα φασιστικά πρότυπα που κυριαρχούσαν τότε στην Ευρώπη (εξάλλου και το όνομα της μάλλον δεν είναι τυχαίο). Μετά τον πόλεμο, κατευθύνθηκε ιδεολογικά μάλλον προς τον οικονομικό φιλελευθερισμό, με τονισμένο όμως πάντα το στοιχείο του λιβανέζικου εθνικισμού και της προστασίας της μαρωνίτικης κοινότητας (και των προνομίων της), μαζί με την αντίθεση στον αραβικό εθνικισμό και τον σοσιαλισμό.

Άγαλμα του ιδρυτή της Φάλαγγας, Πιέρ Τζεμαγέλ, με φρουρά από Φαλαγγίτες. Δίπλα το σήμα της οργάνωσης.
Πηγή: http://www.aminegemayel.org

Ένας άλλος παράγοντας που έμελλε να παίξει κεντρικό ρόλο ήταν οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες. Αυτοί είχαν ήδη διαφύγει στο Λίβανο μετά την ίδρυση του ισραηλινού κράτους το 1948, αλλά νέα κύματα έφτασαν και μετά τον πόλεμο του ’67. Εγκαταστάθηκαν σε προσφυγικούς καταυλισμούς, χωρίς ποτέ να γίνουν πολίτες της χώρας και να έχουν τα ανάλογα δικαιώματα. Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 ήταν μάλιστα συχνά θύματα καταπίεσης από το λιβανέζικο κράτος. Η ίδρυση της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ) το 1964 κι η ανάπτυξη της ένοπλης αντίστασης έδωσαν όμως αυτοπεποίθηση και στους Παλαιστίνιους του Λιβάνου. Εξελίχθηκαν σε σημαντικό πολιτικό παράγοντα, ιδιαίτερα όταν η ΟΑΠ μετέφερε τη βάση της στο Λίβανο και οργάνωνε επιθέσεις εναντίον του Ισραήλ από λιβανέζικο έδαφος. Οι καταυλισμοί εξελίχθηκαν σε περίπου αυτόνομες περιοχές, ένα είδος κράτους εν κράτει.

Ο νεαρός Γιασέρ Αραφάτ, ηγέτης της ΟΑΠ, στο Λίβανο.
Πηγή: http://www.smh.com.au

Το λιβανέζικο κράτος, μετά από ένοπλες συγκρούσεις του λιβανέζικου στρατού με τους Παλαιστίνιους μαχητές, αναγκάστηκε ουσιαστικά να αποδεχτεί αυτήν την κατάσταση, η οποία δεν του ήταν καθόλου ευχάριστη, μια κι αυτό εισέπραττε συχνά τα ισραηλινά αντίποινα. Αυτό οδήγησε σε μια αυξανόμενη έχθρα εναντίων των Παλαιστινίων από πολλούς Λιβανέζους, ιδιαίτερα από τη μαρωνίτικη Δεξιά. Αντίθετα, άλλα τμήματα του λιβανέζικου πληθυσμού ένιωθαν αλληλέγγυοι με τους Παλαιστίνιους, κυρίως οι Μουσουλμάνοι κι η Αριστερά.

Ταυτόχρονα, στα τέλη της δεκαετίας του ’60 ο Λίβανος επηρεάστηκε κι αυτός από το παγκόσμιο κλίμα των κοινωνικών εξεγέρσεων και των αριστερών ιδεών. Αναπτύχθηκαν δραστήρια εργατικά και φοιτητικά κινήματα, τα οποία προβληματίζονταν για τις έντονες οικονομικές ανισότητες στη χώρα, που είχαν οξυνθεί με την ραγδαία οικονομική ανάπτυξη των τελευταίων χρόνων. Και δεν μπορούσε φυσικά κάποιος να παραβλέψει το γεγονός ότι οι περισσότεροι φτωχοί ήταν Μουσουλμάνοι, ενώ η μικρή ελίτ των πλουσίων αποτελούνταν σε υψηλό ποσοστό από Χριστιανούς. Τα κινήματα αυτά αντιμετωπίστηκαν συχνά με πολλή βία από το κράτος, πράγμα που οδήγησε μάλλον στην περαιτέρω ριζοσπαστικοποίησή τους. Το λιβανέζικο κομμουνιστικό κίνημα άρχισε να γίνεται κι αυτό υπολογίσιμος παράγοντας.

Σημαία του Κομμουνιστικού Κόμματος του Λιβάνου, από πρόσφατη συγκέντρωση στη Βηρυτό. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στις δεκαετίες του ’60 και ’70, αλλά περιθωριοποιήθηκε στη συνέχεια.
Πηγή: english.al-akhbar.com

Κεντρικό πρόσωπο στο χώρο της Αριστεράς, καθώς και της φιλοπαλαιστινιακής παράταξης γενικότερα, ήταν ο Καμάλ Τζουμπλάτ. Ήταν ο ηγέτης του Προοδευτικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, το οποίο, αν και θεωρητικά ενάντια στους θρησκευτικούς διαχωρισμούς κι ανοικτό σε όλες τις κοινότητες, ήταν στην ουσία η πολιτική εκπροσώπηση των Δρούζων. Συμμετείχε κατά καιρούς σε διάφορες λιβανέζικες κυβερνήσεις. Με τη χαρισματική του προσωπικότητα απέκτησε επιρροή σε πολλές ομάδες που ήταν κριτικές στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων κι έγινε ως πρόσωπο ο κύριος εκφραστής του αιτήματος πολιτικής και κοινωνικής αλλαγής.

Ο Καμάλ Τζουμπλάτ
Πηγή: en.wikipedia.org

Το 1974 ιδρύθηκε και το Κίνημα των Στερημένων, το οποίο μετεξελίχθηκε στη συνέχεια στην οργάνωση Αμάλ, η οποία παίζει μέχρι τις μέρες μας σημαντικό ρόλο στο λιβανέζικο πολιτικό σύστημα. Εξέφραζε κυρίως την προσπάθεια χειραφέτησης των Σιιτών, οι οποίοι, αν και η μία εκ των τριών μεγαλύτερων κοινοτήτων, ήταν οι πλέον αποκλεισμένοι από την πολιτική κι οικονομική ζωή της χώρας κι οι περιοχές τους ήταν οι πιο υπανάπτυκτες. Ηγετική προσωπικότητα στο κίνημα ήταν ο Σιίτης θρησκευτικός ηγέτης Μούσα αλ-Σαντρ. Σαν διάσπαση αυτού του κινήματος ιδρύθηκε μια δεκαετία αργότερα κι η γνωστή οργάνωση Χεζμπολάχ. Στην πρώτη φάση του πολέμου πάντως, η Αμάλ δεν έπαιξε σημαντικό ρόλο.

Σημαία της Αμάλ σε σιιτική συνοικία της Βηρυτού, 2011

Η πρώτη φάση του εμφυλίου: ο διετής πόλεμος

Μέχρι το 1975 είχαν πλέον σχηματιστεί οι δύο παρατάξεις. Από τη μια η μαρωνίτικη κρατική ελίτ μαζί με δεξιές οργανώσεις όπως η Φάλαγγα, αλλά και τις δυνάμεις του πρώην προέδρου Σαμούν, που ενώθηκαν στο Λιβανέζικο Μέτωπο. Κι από την άλλη το Λιβανέζικο Εθνικό Κίνημα υπό την ηγεσία του Τζουμπλάτ, με τη συμμετοχή των Κομμουνιστών, των οπαδών του συριακού εθνικισμού, των Νασερικών κι άλλων Παν-αραβιστών, αλλά και με τους Παλαιστίνιους ως σύμμαχους. Το Μέτωπο ήθελε (φοβούμενο τη μουσουλμανική πλειοψηφία) τη διατήρηση του στάτους κβο στο πολιτικό κι οικονομικό σύστημα, έβαζε πάνω απ’ όλα την ανεξαρτησία του Λιβάνου κι ήταν φιλοδυτικής κι αντι-παλαιστινιακής κατεύθυνσης. Το Εθνικό Κίνημα ήθελε αντίθετα πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές, την κατάργηση των θρησκευτικών διαχωρισμών και την εφαρμογή της αρχής της ισότητας, την προσέγγιση με άλλα αραβικά κράτη και πιο ενεργή στήριξη στον παλαιστινιακό αγώνα.

Μέσα σε μια ατμόσφαιρα ολοένα αυξανόμενης έντασης και δυσπιστίας, με πολιτικές δολοφονίες και συνεχείς ένοπλες μικρο-συγκρούσεις, οι δύο πλευρές εξοπλίζονταν κι έχαναν σταδιακά κάθε πίστη στις δυνατότητες των ειρηνικών μέσων πάλης. Η εκτέλεση 27 Παλαιστινίων μαχητών, επιβατών ενός λεωφορείου, από Φαλαγγίτες τον Απρίλη του 1975, θεωρείται η «επίσημη» έναρξη του εμφυλίου. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και μετά απ’ αυτό έγιναν προσπάθειες συνεννόησης, έστω και με μικρή μόνο επιτυχία.

Ήταν μια άλλη σφαγή που έμελλε να αποτελέσει το σημείο χωρίς επιστροφή: το αποκαλούμενο και «Μαύρο Σάββατο«. Το Δεκέμβρη του 1975, λίγο μετά από τους θανάτους τεσσάρων Χριστιανών σε διάφορα μέρη του Λιβάνου, ένοπλοι Φαλαγγίτες βγήκαν στους δρόμους κοντά στο λιμάνι της Βηρυτού διψασμένοι για εκδίκηση. Σταματούσαν τους περαστικούς, ακόμα και τους επιβάτες των αυτοκινήτων, ελέγχοντας τις ταυτότητές τους. Όποιον ήταν Μουσουλμάνος ή Παλαιστίνιος, τον σκότωναν επί τόπου – πολλοί απ’ αυτούς ήταν απλοί εργάτες στο λιμάνι. Ήταν ουσιαστικά η πρώτη μαζική εφαρμογή των «φόνων ταυτότητας», ένα ιδιαίτερα θλιβερό φαινόμενο που συνδέθηκε με τον πόλεμο του Λιβάνου. Ο αριθμός των θυμάτων δεν έχει εξακριβωθεί, αλλά πάντως ξεπέρασε τους 150 μέσα σε λίγες ώρες.

Οι όποιες ελπίδες αποφυγής της πλήρους ένοπλης σύρραξης ουσιαστικά εξανεμίστηκαν μετά απ’ αυτήν τη σφαγή. Το Εθνικό Κίνημα αντεπιτέθηκε, με στόχο την κατάληψη του λιμανιού και της γύρω περιοχής. Χαρακτηριστικά ίσως για την κάπως σουρεαλιστική διάσταση του λιβανέζικου εμφύλιου, αυτή η φάση ονομάστηκε «Μάχη των Ξενοδοχείων«, μια και σ’ αυτήν την παραθαλάσσια περιοχή βρίσκονταν και τα πιο γνωστά ξενοδοχεία της Βηρυτού.

Το ξενοδοχείο Holiday Inn στη Βηρυτό, όπως ήταν ακόμα το 2011, ως συνέπεια της Μάχης των Ξενοδοχείων

Γρήγορα ο πόλεμος εξαπλώθηκε κι εκτός της πρωτεύουσας κι η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Μάχες, εκκαθαρίσεις, σφαγές, λεηλασίες, βιασμοί κι από τις δύο πλευρές έγιναν μέρος της καθημερινότητας σε διάφορες περιοχές τις χώρας. Όπως ήταν φυσικό, οι γειτονικές χώρες δεν έμειναν αμέτοχες. Οι Φαλαγγίτες διατηρούσαν (όχι και τόσο κρυφές) επαφές με το Ισραήλ, ενώ η Συρία αρχικά υποστήριξε (όπως κι άλλες αραβικές χώρες, π.χ. το Ιράκ κι η Λιβύη) το Εθνικό Κίνημα και τους Παλαιστίνιους, προσέχοντας όμως να μην αποξενωθεί εντελώς κι από τις μαρωνιτικές ελίτ.

Ο Πρόεδρος της Συρίας, Χάφεζ αλ Άσαντ (αριστερά με κοστούμι), μαζί με τον ηγέτη της σιιτικής Αμάλ, Μούσα αλ Σαντρ (στη μέση, με σκούρα ρούχα)

Σύντομα το Εθνικό Κίνημα φάνηκε να επικρατεί κι έφερε το μεγαλύτερο μέρος της λιβανέζικης επικράτειας υπό τον έλεγχό του. Κι εκεί που τα πράγματα έδειχναν μια νίκη των αριστερών-μουσουλμανικών-παλαιστινιακών δυνάμεων, που θα άλλαζε ίσως ριζικά το πολιτικό σύστημα και τον διεθνή ρόλο του Λιβάνου, έγινε αυτό που μάλλον κανείς δεν θα περίμενε μερικά χρόνια πριν. Ο στρατός της Συρίας επενέβη τον Ιούνη του 1976, εισβάλλοντας στο λιβανέζικο έδαφος – όχι όμως υπέρ του Εθνικού Κινήματος, αλλά υπέρ των μαρωνίτικων δεξιών δυνάμεων.

Η «επίσημη» δικαιολογία γι’ αυτήν την επιφανειακά αλλόκοτη απόφαση του συριακού καθεστώτος, η οποία ήταν εναντίον σε κάθε ιδεολογική του αρχή και παράδοση, ήταν ότι δεν ήθελε να σπρώξει τους Μαρωνίτες στην αγκαλιά του Ισραήλ, όπως ίσως θα συνέβαινε αν συνεχίζονταν οι επιθέσεις του Εθνικού Κινήματος στις μαρωνίτικες περιοχές. Ίσως όμως να έπαιξε ρόλο κι ο φόβος του Άσαντ, ότι μέσω μιας νίκης της Εθνικού Κινήματος θα μπορούσε να βρεθεί ολόκληρος ο Λίβανος υπό τον έλεγχο του παλαιστινιακού κινήματος του Γιασέρ Αραφάτ, με τον οποίο όπως φάνηκε στη συνέχεια δεν είχε και τις καλύτερες σχέσεις. Όπως και να’ χει το πράγμα, η συριακή επέμβαση άλλαξε ριζικά το τοπίο. Το Εθνικό Κίνημα κι οι Παλαιστίνιοι δεν είχαν πλέον καμία δυνατότητα στρατιωτικής νίκης, κι αναγκάστηκαν να δεχτούν μια κατάπαυση του πυρός, η οποία ουσιαστικά δεν άλλαζε τίποτα από το προπολεμικό καθεστώς.

Μέχρι το τέλος του 1976, οι εχθροπραξίες είχαν σταματήσει κι είχε επανέλθει κάποιου είδους ειρήνη. Πολλοί νόμισαν ότι αυτό ήταν και το οριστικό τέλος του πολέμου: γι’ αυτό εξάλλου κι αναφέρονταν σ’ αυτόν ως ο «διετής πόλεμος». Τελικά αποδείχτηκε ότι ήταν μόνο η αρχή – ο πόλεμος θα διαρκούσε ακόμα 14 χρόνια.


Σχετικά επεισόδια του ντοκυμαντέρ «Ο πόλεμος του Λιβάνου»

Βιβλιογραφία