Ταξιδευοντας στις πολεις του Ποντου

Κλασσικό

Η σημασία της θάλασσας για τον ανθρώπινο πολιτισμό ήταν και είναι μεγάλη.  Τόσο μεγάλη που, όχι σπάνια, δίνει το όνομά της και σε περιοχές της στεριάς. Έτσι και η Μαύρη Θάλασσα, ή Εύξεινος Πόντος, χάρισε το όνομά της σ’ ένα τμήμα της στεριάς την οποία βρέχει, αυτό που έχουμε συνηθίσει να ονομάζουμε Πόντο.

Ο Πόντος για την ελληνική μυθολογία ήταν η γη των Αργοναυτών και των Αμαζόνων. Η απόμακρη τοποθεσία μαζί με το ιδιαίτερο κλίμα και βλάστηση, τον έκαναν ίσως ιδανικό χώρο για να τοποθετήσεις μύθους. Στα ελληνιστικά χρόνια γεννήθηκε εκεί το Βασίλειο του Πόντου, ένα ελληνοπερσικό κράμα το οποίο υπό τον Μιθριδάτη ΣΤ’ έφτασε να απειλήσει ακόμα και τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία – για να νικηθεί όμως στο τέλος. Μετά από αιώνες υποταγής πρώτα στη Ρώμη και μετά στην Κωνσταντινούπολη, ο Πόντος έγινε στον 13ο αιώνα πάλι από μόνος του ένα βασίλειο, ελληνορθόδοξο αυτήν τη φορά: η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Στην οθωμανική περίοδο, συναντήθηκαν εκεί το Ισλάμ και η Χριστιανοσύνη, τα τουρκικά με τα ελληνικά και τις διαλέκτους των Καυκάσιων: Αρμενίων, Λαζών και Μιγγρελών. Σήμερα, αντιστοιχεί στο ένα από τα μεγάλα γεωγραφικά διαμερίσματα της σύγχρονης Τουρκίας, αυτό της Μαύρης Θάλασσας ή Καραντενίζ στα τουρκικά.

Για να ταξιδέψει κάποιος από την Κωνσταντινούπολη προς τον Πόντο, οι επιλογές είναι οδικώς ή αεροπορικώς. Το σιδηροδρομικό δίκτυο σ’ αυτήν την περιοχή είναι από υποτυπώδες ως εντελώς ανύπαρκτο και η ακτοπλοϊκή σύνδεση φαίνεται ότι καταργήθηκε. Τα λεωφορεία όμως στην Τουρκία είναι αρκετά συχνά και άνετα, ώστε ένα τέτοιο ταξίδι να είναι σχετικά εύκολο.

Πριν φτάσει στον κυρίως ειπείν Πόντο, το λεωφορείο διασχίζει την  Παφλαγονία, όπως λεγόταν μέχρι τα βυζαντινά χρόνια αυτή η ορεινή περιοχή μετά την Κωνσταντινούπολη και τη Βιθυνία. Η εξοχή ακόμα έχει σχετικά μεσογειακή εικόνα, με ξηρικές καλλιέργειες και πευκοδάση. Η βροχή εδώ ακόμα δεν είναι τόσο άφθονη, όσο γίνεται πιο ανατολικά.

Εικόνα από την εξοχή της Παφλαγονίας, ανάμεσα στην Κασταμονή και τη Σινώπη.

Μετά από περίπου πέντε ώρες, το λεωφορείο φτάνει στο Καραμπούκ. Πριν έναν αιώνα ακόμα ένα μικρό ασήμαντο χωριό, το Καραμπούκ είναι σήμερα μια πόλη των 110000 κατοίκων περίπου, αρκετών για να την κάνουν πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας. Την ανάπτυξη αυτήν τη χρωστάει κυρίως στη βιομηχανία χάλυβα και σιδήρου που εγκαταστάθηκε εκεί στη δεκαετία του ’30. Είναι μια από τις πιο καθαρά βιομηχανικές πόλεις της τουρκικής επαρχίας.

Τα εργοστάσια της βιομηχανίας χάλυβα και σιδήρου Καρντεμίρ – η πόλη του Καραμπούκ που αναπτύχθηκε χάρη σ’ αυτήν φαίνεται στο βάθος δεξιά.

Η εντυπωσιακή ανάπτυξη του Καραμπούκ επισκίασε τη γειτονική και πιο ιστορική Σαφράμπολη (οι δυο πόλεις συναποτελούν έναν ενιαίο αστικό ιστό). Αυτό όμως ίσως την βοήθησε να γλυτώσει τις σύγχρονες ψηλές πολυκατοικίες, που θα της έδιναν μια βαρετή εικόνα παρόμοια με άλλες επαρχιακές πόλεις της Τουρκίας. Μεγάλο κομμάτι της πόλης αποτελείται ακόμα από παλιά οθωμανικά κτίρια, πολλά από τα οποία αναπαλαιώθηκαν και λειτουργούν ως ξενώνες. Από τον 13ο μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα,  η Σαφράμπολη ήταν κεντρικός σταθμός των καραβανιών που έκαναν τη διαδρομή Ανατολής-Δύσης, κάτι που την έκανε να γνωρίσει μεγάλη ανάπτυξη και να γίνει και αρχιτεκτονικό πρότυπο για άλλες μικρασιατικές πόλεις.  Η πόλη αναγνωρίστηκε επίσημα ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ το 1994.

Παραδοσιακά οθωμανικά σπίτια στο Κιρανκιοϋ της Σαφράμπολης, κάποια από τα οποία χρησιμοποιούνται πλέον ως ξενώνες.

Η «πόλη του σαφράν» (η περιοχή ήταν από παλιά τόπος παραγωγής και εξαγωγής του κρόκου, ο οποίος είναι εξάλλου και το σύμβολο του Δήμου) αποτελείται από σχεδόν ξεχωριστές μεταξύ τους συνοικίες. Στο δυτικό υψίπεδο βρίσκεται το Κιράνκιοϋ, όπου ζούσαν παλιότερα οι μη-Μουσουλμάνοι και όπου εκτείνεται το σύγχρονο κέντρο και το (όχι και τόσο μεγάλο) νεόδμητο τμήμα της πόλης. Απέναντι και χαμηλά στην ανατολική πλευρά, βρίσκεται το Τσουκούρ, το ιστορικό κέντρο, ενώ πιο βόρεια εκτείνεται το Μπαγλάρ, μια συνοικία θερινών κατοικιών με μεγάλους κήπους.  Για τη συγκοινωνία ανάμεσα στο Κιράνκιοϋ και το Τσουκούρ λειτουργούν δημοτικά λεωφορεία – μπορεί όμως κάποιος να το κάνει και με τα πόδια, διασχίζοντας την κοιλάδα με τις απότομες πλαγιές που χωρίζει τις δύο συνοικίες. Θα πάρει έτσι και μια γεύση χωριού, από τα παλιά σπίτια της κοιλάδας με τα κοτέτσια και τους κήπους τους.

Το Κιράνκιοϋ, όπως φαίνεται από την απέναντι πλευρά της κοιλάδας.

Παλιά οθωμανικά κτίρια δίνουν τον τόνο σε όλες αυτές τις συνοικίες, η πιο σημαντική από τουριστική άποψη είναι όμως σαφώς το Τσουκούρ, και ιδιαίτερα το Τσαρσί (=Αγορά). Εκεί θα δει κάποιος πολλά μαγαζιά με σουβενίρ και τοπικά προϊόντα, καθώς και ταβέρνες και καφενεία, ενώ δεν αποκλείεται να συναντήσει και γκρουπ Κινέζων τουριστών.

Το Τσαρσί της Σαφράμπολης.

Από την Σαφράμπολη το λεωφορείο χρειάζεται μιάμιση με δυο ώρες μέχρι την επόμενη ιστορική πόλη της Παφλαγονίας, την ορεινή (σε υψόμετρο 900 μ) Κασταμονή. Η πόλη καταγωγής των Βυζαντινών αυτοκρατόρων Κομνηνών (το όνομα της προέρχεται μάλλον από το «Κάστρα Κομνηνών») έγινε στον 14ο αιώνα  η πρωτεύουσα της τουρκικής δυναστείας των Τζαντάρογλου. Όταν οι Οθωμανοί με τη σειρά τους κατέκτησαν την περιοχή, σεβάστηκαν την ιστορία της πόλης και την έκαναν πρωτεύουσα του ομώνυμου βιλαετιού, που εκτεινόταν από τα ασιατικά προάστια της Πόλης μέχρι τη Σινώπη. Κάποιοι ελληνορθόδοξοι πληθυσμοί συνέχισαν να κατοικούν στην περιοχή μέχρι και την ανταλλαγή πληθυσμών. Στην Κασταμονή γεννήθηκε και ο Γιάννης Εϊριτζίδης, γνωστός ως Γιοβάν Τσαούς (το παρατσούκλι του το χάρισε η θητεία του ως λοχίας στον οθωμανικό στρατό), ο οποίος φαίνεται ότι μετέφερε και παραδοσιακές μελωδίες της πατρίδας του στο ελληνικό ρεμπέτικο.

Το κάστρο της Κασταμονής είχε ήδη κτιστεί από τους Βυζαντινούς, τροποποιήθηκε όμως στη συνέχεια από τους Τζαντάρογλου και τους Οθωμανούς.

Η σύγχρονη Κασταμονή είναι μια μάλλον συντηρητική επαρχιακή πόλη, η οποία εκτείνεται περίπου γραμμικά γύρω από το ποτάμι, περιτριγυρισμένη από βουνά. Το βόρειο τμήμα αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από σύγχρονες ψηλές πολυκατοικίες. Στο ιστορικό κέντρο όμως, που βρίσκεται πιο νότια, έχουν επιβιώσει αρκετά σκόρπια παλιά σπίτια, όπως και χάνια και παλιά τζαμιά, που θυμίζουν κάτι από το οθωμανικό παρελθόν.

Το κέντρο της Κασταμονής με το Νασρουλάχ Τζαμί, το Κουρσουνλού Χάνι στα δεξιά (το οποίο ακόμα λειτουργεί ως ξενοδοχείο) και το Χάνι του Ασίρ Εφέντη πιο πίσω.

Η γέφυρα Νασρουλάχ ή, όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι, η γέφυρα της Καμπούρας (Kambur Köprü), είναι μια από τις πολλές που ενώνουν τις δύο όχθες του ποταμού, στις οποίες εκτείνεται ο κεντρικός οδικός άξονας της πόλης.

Δρόμος της Κασταμονής με παλιά μαγαζιά.

Από την Κασταμονή ξεκινάνε λεωφορεία για τις κοντινές ακτές του Δυτικού Πόντου. Μετά από περίπου τρεις ώρες, το λεωφορείο κατηφορίζει από τα δασώδη βουνά της Παφλαγονίας προς τη χερσόνησο της Σινώπης, με την ομώνυμη πόλη να απλώνεται στις πλαγιές της. Αυτό είναι το μόνο σημείο στη σχετικά ευθυγραμμισμένη μικρασιατική ακτή της Μαύρης Θάλασσας, όπου σχηματίζεται ένας τέτοιος κόλπος που επιτρέπει σε ένα λιμάνι να κοιτάει νότια. Προστατεύεται δηλαδή από τον κύριο όγκο της Μαύρης Θάλασσας, αυτής της τεράστιας μάζας νερού χωρίς νησιά: η επόμενη ξηρά απέναντι από την βόρεια ακτή της Σινώπης είναι η Κριμαία.

Η χερσόνησος και πόλη της Σινώπης.

Η ιδιαίτερη φυσική γεωγραφία καθόρισε και την Ιστορία της Σινώπης, η οποία για πολλούς αιώνες παρέμεινε ένα από τα πιο σημαντικά λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας. Αυτήν την ιδιαιτερότητα αντιλήφθηκαν μάλλον και οι αρχαίοι Έλληνες, οι οποίοι επέλεξαν την τοποθεσία για να ιδρύσουν τον 7ο αιώνα π.Χ. μια από τις πρώτες αποικίες τους στη Μαύρη Θάλασσα. Από τη Σινώπη καταγόταν και ο φιλόσοφος Διογένης: οι σύγχρονοι Σινωπείς τιμούν το διάσημο αρχαίο συμπατριώτη τους με άγαλμα κοντά στην είσοδο της πόλης.

Το άγαλμα του Διογένη κοντά στα τείχη της πόλης, που κτίστηκαν επί Μιθριδάτη ΣΤ’, του οποίου η Σινώπη ήταν γενέτειρα και πρωτεύουσα του βασιλείου του – όλοι οι επόμενοι κατακτητές, Βυζαντινοί, Σελτζούκοι και Οθωμανοί, έκαναν προσθέσεις σ’ αυτά.

Παλιά λεγόταν ότι η Μαύρη Θάλασσα έχει τρία σίγουρα λιμάνια: τον Ιούλη, τον Αύγουστο και τη Σινώπη. Λίγες ώρες στην πόλη ήταν αρκετές για να αντιληφθώ γιατί. Όταν στην εκτεθειμένη βόρεια ακτή της χερσονήσου η θάλασσα είναι φουρτουνιασμένη και τα κύματα τρομακτικά, στην προστατευμένη νότια ακτή επικρατεί απόλυτη ηρεμία. Μπορείς να κάνεις περίπατο στο λιμανάκι με τις ταβέρνες και τις καφετέριες ή στον παραλιακό πεζόδρομο δίπλα στο παραθαλάσσιο πάρκο, χωρίς να έχεις ιδέα για το τι συμβαίνει στην ανοικτή θάλασσα, ελάχιστα χιλιόμετρα μακριά.

Το λιμάνι της Σινώπης, με το κέντρο της πόλης να εκτείνεται προς τα πίσω.

Η βόρεια ακτή της χερσονήσου με τα τείχη που φτάνουν μέχρι την παραλία: εδώ στην τοποθεσία Κουμκαπί, όχι μακριά από το κέντρο της πόλης

Από τη Σινώπη πλέον και προς τα ανατολικά, το ταξίδι γίνεται παραθαλάσσιο. Ο δρόμος ακολουθεί την ακτογραμμή της Μαύρης Θάλασσας – σε κάποια σημεία μάλιστα, όπου λόγω απότομου γκρεμού η συνέχιση του δρόμου στην ακτή δεν ήταν δυνατή, οι Τούρκοι δεν δίστασαν να επεκτείνουν τον δρόμο με επιχωμάτωση μέσα στη θάλασσα.

Εικόνα από τα παράθυρο του λεωφορείου Σινώπης-Σαμψούντας, από τμήμα του δρόμου που εκτείνεται μέσα στη θάλασσα.

Σε τρεις ώρες το λεωφορείο φτάνει στην μεγαλύτερη πόλη της μικρασιατικής Μαύρης Θάλασσας (με πάνω από 500.000 κατοίκους), τη Σαμψούντα ή Αμισό, όπως λεγόταν παλιότερα. Είναι και αυτή μια καθαρά παραθαλάσσια πόλη, με έναν παραλιακό πεζόδρομο ο οποίος εκτείνεται για χιλιόμετρα, ενοποιημένος με πάρκα και άλλους χώρους αναψυχής. Παράλληλα με την παραλία κινείται και το τραμ, το μόνο ΜΜΜ σταθερής τροχιάς στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.

Περπατώντας στον παραλιακό πεζόδρομο και κοιτάζοντας προς το λιμάνι της Σαμψούντας.

Η σημερινή Σαμψούντα δεν έχει πάντως πολλά για να θυμίζουν την μακριά της ιστορία: είναι μια σχετικά άχρωμη σύγχρονη τσιμεντούπολη. Οι κάτοικοί της το Σάββατο πλημμυρίζουν τους εμπορικούς δρόμους με τα άφθονα καταστήματα – ο καταναλωτισμός δεν λείπει από τη σύγχρονη Τουρκία του Ερντογάν.

Η Λεωφόρος Γκαζή είναι από τους κεντρικούς δρόμους της αγοράς της Σαμψούντας.

Για την Τουρκία έχει πάντως μια ιδιαίτερη βαρύτητα η σύγχρονη Ιστορία της Σαμψούντας. Εδώ αποβιβάστηκε ο Μουσταφά Κεμάλ Πασάς στις 19 Μαΐου 1919, έχοντας αποστολή από τον Σουλτάνο να αντιμετωπίσει τις σκόρπιες αντάρτικες ομάδες, κατά τις απαιτήσεις των ξένων δυνάμεων που κατείχαν το μεγαλύτερο μέρος της χώρας. Αυτός όμως, παίρνοντας ένα μεγάλο πολιτικό ρίσκο, παράκουσε την εντολή και ήρθε σε συνεννόηση μεταξύ άλλων και με τέτοιες ομάδες, ώστε να οργανωθεί η αντίσταση ενάντια στα ξένα στρατεύματα, αλλά και να χτυπηθούν οι χριστιανικές αντάρτικες ομάδες. Έτσι καθορίστηκε το μέλλον της Μικράς Ασίας: ο Μουσταφά Κεμάλ θα γινόταν Ατατούρκ (πατέρας των Τούρκων) και το τίμημα θα το πλήρωναν οι ελληνορθόδοξοι πληθυσμοί. Ούτε αυτοί του Δυτικού Πόντου, αν και σε μεγάλο ποσοστό τουρκόφωνοι, θα γλίτωναν τη μοίρα των σφαγών και της ανταλλαγής πληθυσμών.

Η απόβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα έχει τόση σημασία για τη σύγχρονη Τουρκία, ώστε στο σημείο αυτό να υπάρχει μια μόνιμη αναπαράστασή της με αντίγραφο του πλοίου και ομοιώματα των προσώπων που συμμετείχαν.

Ακόμα και η ημερομηνία της απόβασης μοιάζει να συμβολίζει τη διαφορά ανάμεσα στην τουρκική και ελληνική οπτική της Ιστορίας. Για τους Τούρκους είναι εθνική γιορτή, αφού χάρη σ’ αυτήν θεωρούν ότι κέρδισαν την επιβίωση τους ως έθνος. Στη Σαμψούντα αυτή την περηφάνια τη βλέπεις στα μνημεία, στα ονόματα των δρόμων, στα μουσεία. Αντίθετα, η Ελλάδα όρισε αυτή την μέρα ως μαύρη επέτειο της Γενοκτονίας των Ποντίων (αν και αυτή ξεκίνησε κάποια χρόνια πιο πριν).

Μια από τις πιο κεντρικές λεωφόρους της Σαμψούντας ονομάζεται «19ης Μαΐου»¨: ο Ατατούρκ καβάλα στο άλογο είναι το σύμβολο του Δήμου.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι η Σαμψούντα έχει ξεχάσει εντελώς τις αρχαίες της ρίζες. Τα Σαββατοκύριακα οι Σαμψούντιοι ανεβαίνουν με το τελεφερίκ στον Λόφο της Αμισού (Amisos Tepesi) για να απολαύσουν τη θέα και να περπατήσουν ανάμεσα στα ελληνιστικά ερείπια. Κάτω στην παραλία ξεχωρίζει το άγαλμα της Μεγάλης Αμαζόνας, ενώ λίγο πιο νότια βρίσκεται και το τεχνητό «Χωριό των Αμαζόνων». Δεν ξέρουμε κατά πόσον αυτές οι τρομερές πολεμίστριες της μυθολογίας υπήρξαν στην πραγματικότητα – η θεωρία όμως ότι το βασίλειο τους βρισκόταν στην περιοχή της Σαμψούντας αρκεί στους κατοίκους για να τις κάνουν σύμβολο της πόλης.

Θέα από τον Λόφο της Αμισού προς την ακτή και το Άγαλμα της Μεγάλης Αμαζόνας, με τα δυο λιοντάρια που την περιστοιχίζουν. Στα αριστερά φαίνεται η αφετηρία του τελεφερίκ και δεξιά της ο καπνός από το ψήσιμο στο πάρκο: επίσης αγαπημένη συνήθεια των τουρκικών οικογενειών.

Συνεχίζοντας στον παραθαλάσσιο δρόμο προς την Τραπεζούντα, η πυκνή βλάστηση στις πλαγιές των βουνών εναλλάσσεται με καταπράσινα λιβάδια που τα διασχίζουν ποτάμια. Ο Ανατολικός Πόντος είναι μια από τις πιο υγρές περιοχές κοντινές σε μας: οι βροχές δεν σταματούν ούτε το καλοκαίρι.

Πυκνή βλάστηση του Ανατολικού Πόντου,  δυτικά της Ορντού.

Αυτή είναι η περιοχή όπου επιβίωσε μέχρι πολύ πρόσφατα η ιδιαίτερη ποντιακή ελληνική διάλεκτος που γνωρίζουμε, δίπλα σ’ αυτές των άλλων λαών της Μαύρης Θάλασσας, Τούρκων, Λαζών ή Αρμενίων. Στον ανατολικό Πόντο μάλιστα δεν ήταν μόνο οι Ελληνορθόδοξοι που μιλούσαν ποντιακά ελληνικά, αλλά και αρκετοί Μουσουλμάνοι, οι οποίοι παρέμειναν στην περιοχή και μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών. Κάποιες μικρές εστίες ελληνοφωνίας επιβιώνουν (με δυσκολία) μέχρι και τις μέρες μας.

Πάνω στα βουνά του Ανατολικού Πόντου βρίσκονται μερικές σκόρπιες περιοχές όπου ακόμα μιλιούνται τα ποντιακά: μεταξύ αυτών και η Τόνια, στα βουνά που φαίνονται πίσω από τη κωμόπολη Μπεσίκντουζου, απ’ όπου πάρθηκε η φωτογραφία.

Μετά από πέντε ώρες ταξιδιού, το λεωφορείο φτάνει στην αναμφισβήτητη πρωτεύουσα του Ανατολικού Πόντου: την Τραπεζούντα. Ξεκινώντας ως ελληνική αποικία στην αρχαιότητα, έγινε πρωτεύουσα της δικής της ομώνυμης Αυτοκρατορίας μετά την άλωση της Πόλης από τους Φράγκους. Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας έζησε από τον 13ο μέχρι τον 15ο αιώνα, για να υποταχθεί στους Οθωμανούς μόλις το 1461.

Η Τραπεζούντα έρχεται δεύτερη σε πληθυσμό στον Πόντο μετά τη Σαμψούντα, την κερδίζει όμως μάλλον σε προσωπικότητα. Η Άγκυρα και η Πόλη μοιάζουν εδώ πολύ μακρινές – και είναι (η πτήση Τραπεζούντα-Κωνσταντινούπολη διαρκεί δύο ώρες). Η Τραπεζούντα ζει στους δικούς της ρυθμούς.

Το λιμάνι της Τραπεζούντας, ένα από τα πιο σημαντικά του Πόντου, έχει απ’ ευθείας ακτοπλοϊκή σύνδεση με το Σότσι της Ρωσίας.

Το πάρκο της κοιλάδας του Ζανός: αριστερά (ανατολικά) είναι η εντός των τειχών πόλη, ενώ στην απέναντι μεριά ξεκινάει η συνοικία Ορταχισάρ (Μεσαίο Κάστρο).

Η περηφάνια της Τραπεζούντας απέναντι στην κυρίαρχη Κωνστανινούπολη εκφράζεται και ποδοσφαιρικά. Η Τραμπζόνσπορ είναι το καμάρι της περιοχής, αφού είναι η μόνη ομάδα που κατάφερε επανειλημμένα να κοντράρει στα ίσα τις ομάδες της Κωνσταντινούπολης, κερδίζοντας και έξι πρωταθλήματα. Στην πόλη βλέπεις παντού σημαίες της ομάδας και μέχρι και το έμβλημα του δήμου έχει τα μπορντό-μπλε της χρώματα. Ακόμα και ονόματα δρόμων της έχουν αφιερώσει: το στάδιο της ομάδας βρίσκεται στην Λεωφόρο Τραμπζόνσπορ.

Το Στάδιο της Τραμπζόνσπορ, βαμμένο στα χρώματα της ομάδας.

Σημαίες της Τραμπζόνσπορ σε σοκάκι του Ορταχισάρ.

Ο ρόλος της ως αυτοκρατορική πρωτεύουσα ήταν ίσως αυτό που άφησε στην Τραπεζούντα τόσα πολλά στοιχεία μιας ελληνοχριστιανικής παράδοσης, ώστε να σώζονται κάποια και σήμερα. Η Μονή Θεοσκεπάστου βρίσκεται μέσα στην πόλη, ενώ το πιο γνωστό μοναστήρι της Σουμελάς σε απόσταση περίπου 45 χλμ. (τον Οκτώβρη του 2017 ήταν και τα δύο υπό επισκευή). Η Αγιά Σοφιά λίγο έξω από το κέντρο έχει μια ιστορία  παρόμοια με τη διάσημη συνονόματή της στην Κωνσταντινούπολη: από βυζαντινή εκκλησία έγινε τζαμί στα οθωμανικά χρόνια και μετά μουσείο επί Κεμάλ. Από το 2013 λειτουργεί πάλι ως τζαμί: κάτι που κάποιοι βλέπουν με ανησυχία και σαν προετοιμασία για ανάλογη κίνηση και στην Αγιά Σοφιά της Πόλης.

Η Αγιά Σοφιά της Τραπεζούντας.

Πίσω από την Τραπεζούντα υψώνονται οι Ποντικές Άλπεις. Ο δρόμος που συνδέει την Τραπεζούντα με την Αργυρούπολη περνάει από την Ματσούκα, μια κωμόπολη χτισμένη σε μια κοιλάδα και περιτριγυρισμένη από βουνά, όπου ενώνονται δύο από τα πολλά ποτάμια που διασχίζουν την πολύ υγρή αυτή περιοχή. Πιο γνωστή είναι ως σταθμός στο δρόμο για το  μοναστήρι της Σουμελάς: μέχρι εκεί υπάρχει τακτική συγκοινωνία με λεωφορεία από την Τραπεζούντα, αλλά για τα 20 χλμ. που απομένουν χρειάζεται ταξί.

Στο κέντρο της Ματσούκας, κάτω από το ξενοδοχείο «Σουμελά», ενώνονται δύο ποτάμια που κουβαλούν υλικό από τη διάβρωση των Ποντικών Άλπεων μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα.

Πίσω στην Τραπεζούντα και συνεχίζοντας παραθαλάσσια προς τα ανατολικά, το λεωφορείο σε μια ώρα και κάτι φτάνει στη Ριζούντα. Εδώ βρισκόμαστε σχεδόν στο βορειοανατολικό άκρο της Τουρκίας, τα σύνορα με τη Γεωργία απέχουν μόλις 110 χλμ. Το κλίμα γίνεται όλο και πιο υγρό: ιδιαίτερα εντυπωσιακή εικόνα στη διαδρομή είναι οι καταρράκτες που πέφτουν ο ένας δίπλα στον άλλο από τον γκρεμό, ενώ από την άλλη πλευρά του δρόμου ξεκινά σχεδόν άμεσα η Μαύρη Θάλασσα.

Ένα δώρο της άφθονης βροχής, που θυμίζει τροπικούς, είναι και οι φυτείες τσαγιού, οι οποίες καλύπτουν σχεδόν κάθε βουνοπλαγιά στην περιοχή της Ριζούντας. Εδώ παράγεται το μεγαλύτερο μέρος του πιο αγαπημένου πλέον ροφήματος των Τούρκων (η Τουρκία είναι έκτος μεγαλύτερος παραγωγός τσαγιού στον κόσμο, αλλά και οι Τούρκοι πρώτοι στην κατά κεφαλή κατανάλωση).

Φυτεία τσαγιού στα προάστια της Ριζούντας.

Η Ριζούντα είναι μια μεσαίου μεγέθους μαυροθαλασσίτικη πόλη, γνωστή στην Τουρκία μεταξύ άλλων και ως πόλη καταγωγής του προέδρου Ερντογάν. Οι περισσότεροι κάτοικοι της συντηρητικής Ριζούντας είναι μάλλον περήφανοι γι’ αυτό, όπως φαίνεται π.χ. και από το ότι ήδη μετονόμασαν το τοπικό πανεπιστήμιο σε «Πανεπιστήμιο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν».

«Η Ριζούντα μαζί σου» λέει η αφίσα με τον Ερντογάν στο κέντρο της πόλης, δίπλα από τα γραφεία του κυβερνώντος κόμματος.

Πέρα όμως από τον Ερντογάν, η Μαύρη Θάλασσα έχει γενικά τη φήμη μιας περιοχής όπου ο ακραίος εθνικισμός έχει πολλή δύναμη. Κάποιοι δεν θεωρούν τυχαίο ότι από την Τραπεζούντα ήταν και ο Ογκιούν Σαμάστ,  ο έφηβος που πριν 10 χρόνια δολοφόνησε τον Αρμένη δημοσιογράφο Χραντ Ντινκ, κατηγορώντας τον ότι προσέβαλε το τουρκικό έθνος. Ίσως δεν είναι κάτι που πρέπει να μας εκπλήσσει: δεν είναι εκείνα τα τμήματα ενός νέου έθνους που είναι λιγότερο «καθαρά», συχνά τα ίδια που προσπαθούν να καλύψουν αυτήν την έλλειψη με υπέρμετρο εθνικισμό; Για μια περιοχή όπως ο Πόντος, είναι μάλλον αδύνατο να μην κάνει κάποιος αυτήν τη σκέψη.

Τα γραφεία του ακροδεξιού Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης στο Αρσίν (ανατολικά της Τραπεζούντας), μαζί με αυτά της οργάνωσης νεολαίας των «ιδεαλιστών».

Η δύναμη του τουρκικού εθνικισμού δεν σημαίνει ότι έχει χαθεί η συνείδηση της σχέσης με την ελληνική ποντιακή παράδοση. Η ανάμιξή της με τη σύγχρονη τουρκική πραγματικότητα φαίνεται π.χ. και στο πως ένα τραγούδι, που τραγουδά στα «ρωμέικα» ο Φουάτ Σακά (γνωστός τραγουδοποιός της περιοχής), μπορεί με στίχους στα τουρκικά να γίνει ύμνος της Τραμπζόνσπορ:

Στον Πόντο γρήγορα καταλαβαίνει κάποιος ότι βρίσκεται σε μια πολιτισμικά ιδιαίτερη περιοχή. Με τις ιδιαιτερότητες που έχει,παραμένει και ένα στοιχείο που συνδέει τα δύο έθνη, ελληνικό και τουρκικό. Ίσως τελικά όσο ζωντανές μένουν οι τοπικές ταυτότητες, τόσο  πιο διαπερατά να μοιάζουν τα εθνικά σύνορα.

Ισλάμ στα Ελληνικά

Κλασσικό

Λίγα έθνη στον κόσμο συνδέθηκαν τόσο πολύ με μια θρησκευτική ταυτότητα όσο οι σύγχρονοι Έλληνες. Γι’ αυτό υπάρχουν φυσικά ιστορικοί λόγοι, που έχουν να κάνουν με το βυζαντινό και κυρίως το οθωμανικό παρελθόν.

Κι όμως, το ότι οι Έλληνες θεωρούνται σήμερα ορθόδοξο έθνος δεν είναι απαραίτητα κάτι αυτονόητο. Αν υπήρχαν άλλες ιστορικές συνθήκες δεν αποκλείεται να ήταν ένα έθνος κατά πλειοψηφία καθολικό ή μουσουλμανικό, όπως είναι π.χ. οι συγγενικοί Αλβανοί. Μ’ ένα θέμα τόσο ευαίσθητο και δύσκολο όπως η ελληνική εθνική ταυτότητα, τα πράγματα ποτέ δεν είναι απλά. Το σίγουρο πάντως είναι ότι υπήρξαν (και υπάρχουν) ελληνόφωνοι Καθολικοί, Εβραίοι, αλλά και Μουσουλμάνοι. Οι τελευταίοι είναι το θέμα αυτού του άρθρου.

Λινοπάμπακοι: Κρυπτοχριστιανοί ή ιδιαίτεροι Μουσουλμάνοι;

Και μόνο το όνομα αυτής της κυπριακής κοινότητας λέει αρκετά: Λινοπάμπακοι, δηλαδή και λινό και βαμβάκι. Προφανώς τους αποδόθηκε και με μια δόση ειρωνείας, απέναντι στην προσπάθειά τους να ισορροπήσουν ανάμεσα στο Χριστιανισμό και το Ισλάμ, κρατώντας τα πρακτικά πλεονεκτήματα και από τις δυο θρησκείες.

Για την καταγωγή τους υπάρχουν διαφορετικές θεωρίες. Πολλοί Ελληνοκύπριοι τους θεωρούν επιφανειακά εξισλαμισμένους (κρυπτοχριστιανούς) πρώην Ορθόδοξους. Η άλλη άποψη είναι ότι ήταν κυρίως εξισλαμισμένοι Καθολικοί, είτε Λατίνοι είτε Μαρωνίτες. Αυτή η εκδοχή (που φαίνεται να δέχονται και πολλοί από τους ίδιους τους σημερινούς απόγονούς τους) μοιάζει και πιο λογική, αφού ήταν οι Καθολικοί που είχαν γνωρίσει διώξεις από το οθωμανικό καθεστώς και είχαν πολύ μεγαλύτερη πίεση για να αλλαξοπιστήσουν. Όπως και να έχει, ένα είναι σίγουρο: ήταν κατά κανόνα ελληνόφωνοι, μέχρι και πολύ πρόσφατα (ακόμα και σήμερα κάποιοι από τους απογόνους τους διατηρούν την ελληνική κυπριακή διάλεκτό τους, όπως οι σημερινοί κάτοικοι της Γιαλούσας, που κατάγονται κυρίως από την περιοχή της Τηλλυρίας).

Οι Λινοπάμπακοι κατοικούσαν σε διάφορες περιοχές της Κύπρου. Τόποι που συνδέθηκαν ιδιαίτερα με την ιστορία και τον πολιτισμό των Λινοπάμπακων είναι π.χ. η περιοχή της Τηλλυρίας ή το χωριό Λουρουτζίνα στην επαρχία Λάρνακας.

Χάρτης της Λουρουτζίνας. Πριν το ’74 έφτασε να έχει μέχρι 3000 κατοίκους, αλλά η απομόνωση (μόνο μια στενή λωρίδα γης το συνδέει με τα υπόλοιπα κατεχόμενα) και η στρατιωτικοποίηση μετά την εισβολή έφεραν και την παρακμή του: μόνο 400-500 κάτοικοι έχουν απομείνει σήμερα.
Πηγή εικόνας

Οι Λινοπάμπακοι την εποχή της Τουρκοκρατίας και στις αρχές της Αγγλοκρατίας ήταν εξωτερικά αναγνωρίσιμοι ως Μουσουλμάνοι (π.χ. μέσω της ενδυμασίας τους), τηρούσαν όμως και πολλές χριστιανικές παραδόσεις (όπως πιθανόν τη βάφτιση), ενώ συχνά είχαν διπλά ονόματα, μουσουλμανικό και χριστιανικό, κατά προτίμηση κάποια κοινά και στις δύο θρησκείες π.χ. Γιουσούφ – Ιωσήφ. Για τους γάμους τους αναφέρεται ότι γινόταν ένας μουσουλμανικός, δημόσια και ανοικτός σε όλους, που τον ακολουθούσε ένας κρυφός χριστιανικός. Επίσης υπάρχουν αναφορές ότι κατανάλωναν και χοιρινό κρέας.

Όλα αυτά ερμηνεύονται συνήθως ως κρυπτοχριστιανισμός. Είναι αλήθεια ότι πολλοί επέστρεψαν στο Χριστιανισμό με την Αγγλοκρατία (αναφέρονται ως παραδείγματα οι κάτοικοι του Λιοπετρίου και του Μοναγρίου). Δεν το έπραξαν όμως όλοι: κάποιοι προτίμησαν αντίθετα να ενταχθούν πιο αποφασιστικά στη μουσουλμανική κοινότητα. Αυτό δείχνει ότι το φαινόμενο των Λινοπαμπάκων είναι μάλλον λιγότερο απλό απ’ ότι κάποιοι θα ήθελαν να είναι.

Οι εκτιμήσεις για τον αριθμό των Λινοπάμπακων στην  αρχή της Αγγλοκρατίας διαφέρουν πολύ, από 1200 μέχρι 20000 άτομα (στην τελευταία περίπτωση θα αποτελούσαν περίπου 40% των τότε Τουρκοκυπρίων). Από τότε όμως, υπό την πίεση της ένταξης σε μια από τις δύο θρησκευτικές ομάδες, άρχισαν να μειώνονται ραγδαία. Στις αρχές του 20ού αιώνα φαίνεται ότι πολύ λίγοι πλέον αυτοπροσδιορίζονταν ως Λινοπάμπακοι – σημάδι ίσως κι αυτό μιας νέας εποχής λιγότερο ανεκτικής σε «ενδιάμεσες» ή πολλαπλές ταυτότητες. 

Βαλαάδες: Οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Μακεδονίας

Όπως ξέρουμε, η σημερινή ελληνική Μακεδονία ήταν κάποτε ένα πραγματικό μείγμα θρησκειών και εθνοτήτων, ίσως όσο καμία άλλη περιοχή της Βαλκανικής. Επίσης δεν είναι άγνωστο ότι ένα μεγάλο ποσοστό των κατοίκων, σχεδόν οι μισοί, ήταν Μουσουλμάνοι, τουρκόφωνοι ή άλλοι. Κάποιοι απ’ αυτούς θα σημάδευαν με τον τρόπο τους το παρόν και το μέλλον του νέου τουρκικού έθνους-κράτους: από τον Κεμάλ Ατατούρκ ως το Ναζίμ Χικμέτ και πολλούς άλλους.

Λιγότερο γνωστό είναι ότι ανάμεσα σ’ αυτούς τους Μακεδόνες Μουσουλμάνους υπήρχε και μια μικρή κοινότητα ελληνόφωνων. Αυτοί κατοικούσαν κυρίως στην περιοχή του Βόιου στο σημερινό νομό Κοζάνης, καθώς και σε τμήματα των νομών Καστοριάς και Γρεβενών. Τους ονόμαζαν «Βαλαάδες» ή «Βαλαχάδες», λόγω της φράσης «Βαλλαχί» (μα το Θεό). Ήταν μάλλον απόγονοι Ελλήνων της περιοχής που προσχώρησαν στο Ισλάμ για οικονομικούς ή άλλους λόγους. Φαίνεται ότι τουλάχιστον κάποιοι απ’ αυτούς ήταν υπό την επιρροή του ετερόδοξου Ισλάμ των Μπεκτασήδων (τέτοιες αναφορές υπάρχουν π.χ. για τους κατοίκους του χωριού Βίνιανη, σήμερα Λευκάδι, ενώ στην περιοχή υπήρχαν και αρκετοί τεκέδες Μπεκτασήδων), χωρίς να λείπουν οι εντάσεις μεταξύ αυτών και των ορθόδοξων Σουνιτών.

Παρά το ότι οι Βαλαάδες παρέμειναν μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα σχεδόν αποκλειστικά ελληνόφωνοι (με βάση τις πληροφορίες, μόνο όσοι είχαν υπηρετήσει στον οθωμανικό στρατό ήξεραν καλά τούρκικα, ενώ στις γυναίκες η γνώση των τουρκικών ήταν σχεδόν ανύπαρκτη), στα σχολεία τους που άρχισαν να ιδρύονται τότε διδάσκονταν μόνο στα τούρκικα. Το ελληνικό κράτος, στο διάστημα που οι Βαλαάδες ήταν υπό τη διοίκησή του (1912-24), δεν φαίνεται να ενδιαφέρθηκε πολύ για τη διδασκαλία τους στα ελληνικά. Είναι κι αυτό ίσως ένα δείγμα της συνηθισμένης άποψης περί ελληνικού έθνους: προφανώς δεν θεωρούνταν δυνατό να αποκτήσουν Μουσουλμάνοι ελληνική εθνική συνείδηση, ακόμα κι αν μιλούσαν ελληνικά.

Στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων πολλά από τα χωριά και τα τζαμιά των Βαλαχάδων λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν από τους Χριστιανούς, κατά μια άποψη ως αντίποινα για ανάλογες επιθέσεις σε χριστιανικά χωριά (όπως ήταν φυσικό, οι Βαλαάδες χωρικοί είχαν πολεμήσει στο πλευρό των Οθωμανών). Μετά την ένταξή τους στο ελληνικό κράτος το 1912-3 άρχισαν να ανοικοδομούνται. Τελικά όμως οι Βαλλαχάδες γνώρισαν την ίδια τύχη με τους τουρκόφωνους ή σλαβόφωνους ομόθρησκούς τους: συμπεριλήφθηκαν στην ελληνο-τουρκική ανταλλαγή πληθυσμών το 1923-24 και βρέθηκαν στην Τουρκία. Αν και δεν έλειψαν και οι απόψεις περί εξαίρεσης τους από την ανταλλαγή (κυρίως φαίνεται από αντιβενιζελικούς παράγοντες, τους οποίους οι Βαλαάδες έτειναν να υποστηρίζουν εναντίων των βενιζελικών) και παρά του ότι αρκετοί απ’ αυτούς φαίνεται ότι ήταν έτοιμοι ακόμα και να εκχριστιανιστούν για να παραμείνουν, τίποτα δεν μπορούσε τελικά να τους σώσει.

Απόγονοι των Βαλαάδων από την Τουρκία επιστρέφουν στον τόπο καταγωγής τους, τη Νεάπολη Κοζάνης.
Πηγή εικόνας

Ισλάμ στα ποντιακά: Οφλήδες και Τονιαλήδες

Στην περιοχή του Ανατολικού Πόντου, γύρω από την Τραπεζούντα, οι ελληνικές διάλεκτοι μιλιόνταν αδιάκοπα εδώ και σχεδόν τρεις χιλιετίες. Οι ελληνόφωνοι Πόντιοι ήταν κυρίως Χριστιανοί, και άρα βρέθηκαν όπως ξέρουμε και αυτοί με την ανταλλαγή πληθυσμών στην Ελλάδα. Πολλοί θα πίστευαν ότι εξαφανίστηκε έτσι και αυτή η πανάρχαια όσο και απομακρυσμένη εστία ελληνοφωνίας.

Κι όμως, δεν είναι ακριβώς έτσι. Ένα τμήμα των Ποντίων είχαν προσχωρήσει στο Ισλάμ, κυρίως από το 15ο ως το 18ο αιώνα. Μπόρεσαν άρα να παραμείνουν στην πατρίδα τους, αφού κριτήριο για την ανταλλαγή ήταν η θρησκεία και όχι η γλώσσα. Σε κάποιες περιοχές οι ελληνικές διάλεκτοι επιβιώνουν μέχρι τις μέρες μας.

Οι περιοχές που ακόμα μιλιούνται και σήμερα τα ρωμέικα.
Πηγή εικόνας

Πιο σημαντική απ’ αυτήν την άποψη είναι η κοιλάδα του Όφι, που δίνει και το όνομά της στους ελληνόφωνους Οφλήδες. Τη γλώσσα τους οι ίδιοι την αποκαλούν «ρωμέικα», και φαίνεται ότι έχει αρκετά κοινά στοιχεία με τα αρχαία ελληνικά – από γλωσσολόγους θεωρείται μάλιστα η πιο κοντινή σ’ αυτά απ’ όλες τις ζωντανές ελληνικές διαλέκτους. Δυστυχώς, φαίνεται πως μόνο περίπου 5000 άτομα έχουν μείνει στην περιοχή για να τη μιλούν, πράγμα που την έχει κατατάξει στις γλώσσες που κινδυνεύουν από εξαφάνιση.

Τουρκοκρητικοί ή Κρητικοί Μουσουλμάνοι;

Το 1896, 2 χρόνια μόνο πριν την ανακήρυξη της αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας, οι Μουσουλμάνοι αποτελούσαν ακόμα το 26% του πληθυσμού της Κρήτης (δηλαδή 80,000 άτομα) – κάποιες αναφορές μιλάνε για ακόμα πιο ψηλά ποσοστά παλιότερα. Ήταν απόγονοι εξισλαμισμένων ντόπιων Χριστιανών, Οθωμανών υπαλλήλων και εμπόρων, αλλά και Αφρικανών σκλάβων και εργατών.  Στην μεγάλη τους πλειοψηφία είχαν σαν μητρική γλώσσα τα ελληνικά – παρ’ όλα αυτά έμειναν γνωστοί με το όνομα «Τουρκοκρητικοί».

Οι Μουσουλμάνοι κατοικούσαν κυρίως στις πόλεις. Στο Ηράκλειο και στο Ρέθυμνο αποτελούσαν μέχρι και την περίοδο της κρητικής αυτονομίας την πλειοψηφία του πληθυσμού. Η συγκέντρωση στις πόλεις ενισχύθηκε στο τέλος του 19ου αιώνα, λόγω και των επιθέσεων που αντιμετώπιζαν από τους Χριστιανούς στην επαρχία. Τα ελληνοποιημένα ισλαμικά ονόματά τους ήταν χαρακτηριστικά, π.χ. Μουσταφά Μπέης Δεληαχμετάκης (δήμαρχος Ηρακλείου), Νεσίμ Φαρφουράκης (υπουργός Παιδείας της Κρητικής Πολιτείας). Μόνο στα τελευταία χρόνια της παρουσίας τους στην Κρήτη άρχισαν να μαθαίνουν μαζικά και τα τούρκικα. Κάτι που προφανώς ήταν και ένας τρόπος να τονίσουν τη διαφορετική τους ταυτότητα, σε εποχές που ο εθνικισμός φούντωνε. Πάντως στην καθημερινότητα παρέμεναν ελληνόφωνοι.

Τα τελευταία χρόνια οθωμανικής κυριαρχίας και με την άνοδο του εθνικισμού, υπήρχαν συνεχώς συγκρούσεις ανάμεσα στις δύο θρησκευτικές κοινότητες. Στην περίοδο της αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας (1898-1913), οι Μουσουλμάνοι είχαν θεωρητικά εγγυημένα δικαιώματα και εκπροσώπηση. Παρ’ όλα αυτά, ο στόχος της ένωσης του νησιού με την Ελλάδα, όπως ήταν φυσικό δεν τους έβρισκε σύμφωνους και δημιουργούσε πάλι εντάσεις με τους Χριστιανούς συμπατριώτες τους. Σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα, οι Μουσουλμάνοι άρχισαν να μεταναστεύουν μαζικά. Ήδη το 1900 το ποσοστό τους είχε μειωθεί στο 11%, ενώ το 1911 είχαν απομείνει μόνο περίπου 28.000 άτομα. Ήδη πριν τον τελευταίο ελληνοτουρκικό πόλεμο η μουσουλμανική κοινότητα είχε δηλαδή μειωθεί τόσο πολύ που δεν θύμιζε σε τίποτα το παρελθόν της. Η ανταλλαγή πληθυσμών το 1924 εξαφάνισε και τα τελευταία υπολείμματα.

Τί απέγιναν όμως αυτοί οι Μουσουλμάνοι Κρητικοί; Πολλοί από τους πρώτους που έφυγαν μετανάστευσαν σε άλλα κοντινά νησιά που ήταν ακόμα υπό οθωμανική διοίκηση, όπως η Ρόδος και η Κως – οι απόγονοί τους αποτελούν μέχρι και σήμερα ένα μέρος των ακόμα ζωντανών μουσουλμανικών κοινοτήτων  σ’ αυτά τα νησιά. Οι περισσότεροι βρέθηκαν στη σημερινή Τουρκία, πολλοί απ’ αυτούς στη Σμύρνη, όπου αντικατέστησαν το χριστιανικό πληθυσμό. Η παρουσία τους εκεί πρέπει να έπαιξε ρόλο και στον ιδιαίτερα κοσμικό προσανατολισμό της πόλης (προπύργιο των κεμαλικών), αφού το κρητικό Ισλάμ μάλλον δεν ήταν ποτέ και ιδιαίτερα αυστηρό ή ορθόδοξο. Κάτι που σχετίζεται ίσως και με την έντονη επιρροή των Μπεκτασήδων (και) στην Κρήτη.

Γενικά φαίνεται ότι αυτοί που βρέθηκαν στην Τουρκία απέκτησαν γρήγορα τουρκική εθνική συνείδηση. Παρ’ όλα αυτά πολλοί διατηρούν ακόμα την κρητική τους παράδοση και ταυτότητα, ενώ κάποιοι γέροι μιλούν ακόμα και την παλιά τους κρητική γλώσσα. Ένα μέρος όμως των Κρητικών Μουσουλμάνων βρέθηκε ακόμα πιο μακριά. Και η περίπτωση τους έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Χαμιντιγιέ: μια κρητική νησίδα στη Συρία

Κάπου στα σύνορα Συρίας και Λιβάνου υπάρχει μια περιοχή που διαφέρει γλωσσικά από τον αραβικό περίγυρό της. Οι κάτοικοί της μιλάνε (τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό) ακόμα και σήμερα μια ελληνική κρητική διάλεκτο. Περίπου 3000 ζουν στο έδαφος της Συρίας, στην περιοχή Χαμιντιγιέ, και περίπου 7000 από την άλλη πλευρά των συνόρων, τη λιβανέζικη.

Η καταγωγή τους είναι φυσικά από Μουσουλμάνους της Κρήτης. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, πολλά μέλη της κοινότητας είχαν αρχίσει ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα να εγκαταλείπουν το νησί. Ο Σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίντ Β’ φρόντισε να βρει για μερικούς απ’ αυτούς ένα νέο σπίτι στην τότε οθωμανική επαρχία της Συρίας: εις ανάμνησιν του, η περιοχή ονομάστηκε Χαμιντιγιέ.

Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η περιοχή μοιράστηκε ανάμεσα στα δύο νεοσύστατα κράτη, το Λίβανο και τη Συρία. Στο Λίβανο κατοικούν σήμερα κυρίως στην περιοχή του λιμανιού της Τρίπολης, την Ελ Μίνα. Το 1996 ίδρυσαν μάλιστα το «Φιλανθρωπικό Κοινωνικό Λιβανέζικο Κρητικό Σύλλογο», με σκοπό μεταξύ άλλων να προωθήσουν και μια επανασύνδεση με την Ελλάδα. Οι μεγαλύτεροι μιλούν ακόμα αρκετά καλά ελληνικά (κρητικά). Το ξέσπασμα του λιβανέζικου εμφυλίου δεν τους άφησε όμως ούτε αυτούς ανεπηρέαστους. Αναγκάστηκαν να σκορπιστούν κι έτσι χάθηκε κάπως η συνοχή τους, όπως χάνεται σιγά σιγά και η γνώση της γλώσσας.

Αντίθετα στη Χαμιντιγιέ της Συρίας, οι Κρητικοί ζουν ακόμα ως περίπου κλειστή κοινότητα, και διατηρούν τη γλώσσα τους σε εντυπωσιακά καλό βαθμό, παρά του ότι κάποιοι είναι ήδη πέμπτης γενιάς. Η γνώση της γλώσσας είναι πάντως μόνο προφορική, κάτι που οφείλεται και στην απουσία ελληνικού σχολείου. Στην καθημερινότητά τους ζουν μάλλον ως δίγλωσσοι, αλλάζοντας από τα κρητικά στα αραβικά και ανάποδα.

Είναι ενδιαφέρον ότι οι Κρητικοί του Λιβάνου και της Συρίας (κυρίως οι δεύτεροι) διατηρούν τόσο πολύ την ιδιαίτερη ταυτότητά τους και ότι δεν έχουν χάσει τη σύνδεση με τον τόπο καταγωγής τους. Βλέπουν συχνά ελληνική τηλεόραση μέσω δορυφόρου και πολλοί επιδιώκουν να ζήσουν στην Ελλάδα. Φαίνεται ότι αυτή η σύνδεση παραμένει ζωντανή χωρίς τη συμβολή του ελληνικού κράτους, που τους αντιμετωπίζει αδιάφορα αν όχι και αρνητικά. Λόγω μουσουλμανικής θρησκείας δεν έχουν το στάτους του ομογενούς, δυσκολεύονται να βγάλουν βίζα για την Ελλάδα, ενώ δεν υπάρχει ιδιαίτερη πρόνοια από ελληνικής πλευράς για να τους βοηθήσει στη διατήρηση της γλώσσας και του πολιτισμού τους.


Αυτές οι κοινότητες είναι ορισμένα παραδείγματα ελληνόφωνων Μουσουλμάνων, χωρίς φυσικά να είναι και οι μόνες. Υπάρχουν και άλλες γνωστές κοινότητες που εξαφανίστηκαν στον 20ό αιώνα, όπως οι Τουρκογιαννιώτες, ενώ σίγουρα υπήρξαν και παλαιότερες που χάθηκαν τα ίχνη τους και δεν ξέρουμε πολλά γι’ αυτές. Ο Οθωμανός περιηγητής του 17ου αιώνα αναφέρει π.χ. ότι στην Πελοπόννησο η πλειοψηφία των Μουσουλμάνων ήταν ελληνόφωνοι.

Όπως είδαμε, κάποιοι απόγονοι αυτών των κοινοτήτων διατηρούν την ελληνική γλώσσα και μια ιδιαίτερη ταυτότητα μέχρι και σήμερα, αν και ελάχιστοι θα θεωρούσαν τους εαυτούς τους Έλληνες. Η μόνη κοινότητα που φαίνεται να ανέπτυξε ένα είδος ελληνικής εθνικής συνείδησης διατηρώντας και το μουσουλμανικό θρήσκευμα είναι αυτή της Χαμιντιγιέ – ίσως γιατί ήταν ακριβώς αυτή που βρέθηκε εκτός του ελληνοτουρκικού πλαισίου, σ’ ένα χώρο (Συρία) που οι εθνικές ιδεολογίες δεν συνδέονταν κατ’ ανάγκη με τη θρησκεία.

Χωρίς αμφιβολία, αυτοί οι ελληνόφωνοι Μουσουλμάνοι έχουν υποστεί πολλή πίεση από τις τουρκικές/τουρκοκυπριακές αρχές, προκειμένου να ξεχάσουν τη γλώσσα τους και να γίνουν “σωστοί” Τούρκοι. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των ελληνόφωνων Τουρκοκυπρίων, που έπρεπε να πληρώνουν πρόστιμο όταν μιλούσαν ελληνικά κυπριακά – κάτι που οι γηραιότεροι δεν μπορούσαν να αποφύγουν, μια και δεν ήξεραν άλλη γλώσσα. Επίσης και οι Βαλλαχάδες ή Τουρκοκρητικοί διηγούνται για την εχθρότητα που αντιμετώπισαν από τον ντόπιο πληθυσμό της Τουρκίας μετά την ανταλλαγή, επειδή μιλούσαν τη γλώσσα των γκιαούρηδων. Δεν είναι παράξενο αν σε αντιστάθμισμα κάποιοι απ’ αυτούς έγιναν πολύ εθνικιστές, για να αποδείξουν μ’ αυτόν τον τρόπο ότι είναι γνήσιοι Τούρκοι και να γίνουν αποδεκτοί (εξ’ άλλου κάτι ανάλογο έγινε και με τουρκόφωνους Χριστιανούς στην Ελλάδα).

Αυτή είναι όμως μόνο η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη είναι ότι και οι ελληνικές (ή ελληνοκυπριακές) αρχές και κοινωνία δεν τους πρόσφεραν άλλη εναλλακτική, αντιμετωπίζοντας τους κι αυτές ως Τούρκους λόγω θρησκεύματος. Κάποιοι θα πουν ίσως ότι αυτό ήταν απλά ρεαλισμός: στον ελληνοτουρκικό χώρο η εθνότητα ταυτιζόταν έτσι κι αλλιώς με τη θρησκεία, και το ελληνικό κράτος δεν μπορούσε παρά να αποδεχτεί αυτήν την πραγματικότητα. Η περίπτωση όμως των Κρητικών της Χαμιντιγιέ στη Συρία δείχνει ότι τα πράγματα ίσως δεν είναι τόσο απλά. Εξάλλου άλλοι λαοί στην περιοχή μας, όπως οι Αλβανοί (εν μέρει και οι Άραβες), έχουν κτίσει μια εθνική συνείδηση σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητη από τη θρησκεία.

Έχουμε φτάσει τώρα στις αρχές του 21ου αιώνα. Η σύνδεση της ελληνικής γλώσσας με την Ορθοδοξία και το Βυζάντιο, που σίγουρα τη βοήθησε επί χιλιετίες να επιβιώσει και να εξαπλωθεί, δεν ασκεί πλέον και καμιά ιδιαίτερη έλξη. Οι περισσότεροι ορθόδοξοι λαοί έχουν ήδη τις δικές τους εθνικές εκκλησίες. Η ελληνική γλώσσα έχει λιγότερο βάρος στην περιοχή απ’ ότι παλιά. Είναι ίσως πλέον η στιγμή να αναρωτηθεί κάποιος: υπάρχει ακόμα η πολυτέλεια για τον Ελληνισμό να αδιαφορεί για ελληνόφωνες κοινότητες λόγω της θρησκευτικής “ιδιαιτερότητάς” τους;


Βιβλιογραφία/ Άρθρα