Ιδεολογια στον αραβικο χωρο – 4: Μαρξισμος

Κλασσικό

Δίπλα στις άλλες ιδεολογίες (παναραβισμός, ισλαμισμός, τοπικοί εθνικισμοί), ο μαρξισμός μπορεί να μοιάζει σαν κομπάρσος. Μάλλον δεν κατάφερε ποτέ να εξαπλωθεί στις αραβικές μάζες με ανάλογο τρόπο.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν είχε κατά καιρούς σημαντική επιρροή ή δεν άφησε και αυτός το στίγμα του στον ιδεολογικό χαρακτήρα του αραβικού κόσμου. Τα κομμουνιστικά κόμματα ήταν από τα πρώτα οργανωμένα στις αραβικές χώρες και λειτούργησαν ως μοντέλο για άλλα. Και όχι μόνο όσον αφορά την οργάνωση: εισήγαγαν και θεωρητικά στοιχεία, όπως η ανάλυση του δυτικού ιμπεριαλισμού ή η ιδέα της ταξικής πάλης. Αυτά θα χρησιμοποιούνταν και από άλλες ιδεολογίες του αραβικού χώρου, όπως φάνηκε και από τα προηγούμενα άρθρα.

Τα πρώτα κομμουνιστικά βήματα

Ο (μη-μαρξιστικός) σοσιαλισμός είχε ήδη φτάσει από τον 19ο αιώνα στη Μέση Ανατολή. Η σημαντικότερη ώθηση στις σοσιαλιστικές ιδέες ήρθε όμως με την Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία, που προξένησε και στις αραβικές χώρες μεγάλη εντύπωση. Στη δεκαετία του 1920 ιδρύθηκαν και τα πρώτα κομμουνιστικά κόμματα: στη Συρία, το Λίβανο, την Αίγυπτο, το Ιράκ και την Παλαιστίνη. Ακόμα δεν ήταν μαζικά κινήματα, αλλά μικρές ομάδες αποτελούμενες κυρίως από διανοούμενους, συνδεδεμένες και με κάποια συνδικάτα (στο Λίβανο π.χ. των καπνεργατών). Πάντως όπως και ο παναραβισμός, έτσι και ο μαρξισμός φαίνεται να βρήκε τα σημαντικότερα κοινωνικά στηρίγματά του στα ανερχόμενα μεσαία στρώματα και τη μικροαστική τάξη – που τον χρησιμοποίησαν ίσως ως όχημα στη σύγκρουση τους με τις κατεστημένες ελίτ.

Όπως και με άλλες κοσμικές ιδεολογίες (π.χ. παναραβισμός, συριακός εθνικισμός), αρχικά ήταν κυρίως τα μέλη των θρησκευτικών (ή εθνοτικών) μειονοτήτων που ενδιαφέρθηκαν. Οι ηγέτες των κομμουνιστικών κομμάτων ήταν συχνά Χριστιανοί ή Εβραίοι. Κάποιοι το εξηγούν αυτό με την αναφορά της ατομικής ιδιοκτησίας στο Κοράνι, που έκανε την ιδεολογία δύσκολα αποδεκτή από Μουσουλμάνους. Προσωπικά θεωρώ σημαντικότερη την κοινωνική θέση των μειονοτήτων, που τις κάνει γενικά πιο ανοικτές σε ριζοσπαστικές κοσμικές ιδέες.

Οι σοβιετικές επιτυχίες στο Β’ Παγκόσμιο αύξησαν το γόητρο της ΕΣΣΔ, και βοήθησαν και τα αραβικά κομμουνιστικά κινήματα να δυναμώσουν. Το 1947 ήρθε όμως ένα μεγάλο πλήγμα. Η ρίζα του βρισκόταν στην αλλαγή της σοβιετικής πολιτικής στο Παλαιστινιακό: η ΕΣΣΔ στήριξε τελικά τη δημιουργία του Ισραήλ – με συνέπεια και την εκδίωξη των Παλαιστινίων από τη γη τους. Τα κομμουνιστικά κόμματα, αδύναμα και πλήρως εξαρτημένα από τη Μόσχα, δεν είχαν άλλη επιλογή από το να αποδεχτούν αυτήν την πολιτική. Αυτό κατέστρεψε σε μεγάλο βαθμό την εικόνα τους στις αραβικές χώρες, δίνοντας στον παναραβισμό την ευκαιρία να πάρει καθαρά το προβάδισμα ως η κύρια ριζοσπαστική και αντιιμπεριαλιστική δύναμη. Επίσης, πρόσφερε και τη δικαιολογία στα αραβικά καθεστώτα για να τα καταστείλουν: στο Ιράκ έφτασαν μέχρι την εκτέλεση των ηγετικών στελεχών του Κ.Κ..

Στην επόμενη δεκαετία πάντως η προσέγγιση της Δύσης με το Ισραήλ βοήθησε κάπως ως αντίδραση και τους Κομμουνιστές, που πρώτη φορά κατάφεραν μάλιστα να εκλέξουν και βουλευτές. Επίσης η στάση της ΕΣΣΔ, που ήταν τώρα σχετικά θετική προς τον αραβικό εθνικισμό, ενθάρρυνε τα κομμουνιστικά κόμματα να αναπτύξουν συμμαχίες με άλλες αντι-ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Η εξέλιξή τους καθορίστηκε μετά από τις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε χώρας. Ως κόμματα γενικά απαιτούσαν κοινωνικο-οικονομικές μεταρρυθμίσεις, τον εκδημοκρατισμό του πολιτικού συστήματος (που θα έδινε και στα ίδια δυνατότητες πολιτικής συμμετοχής), και τον αγώνα ενάντια στο δυτικό ιμπεριαλισμό. Αυτό τους πρόσφερε ευκαιρίες να αυξήσουν την επιρροή τους σε εποχές έτσι κι αλλιώς ριζοσπαστικές, στις οποίες ξεκινούσε η καπιταλιστική ανάπτυξη και στον αραβικό κόσμο. Τους έφερε όμως και πολλούς εχθρούς.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα του Ιράκ

Το Ιράκ ήταν μια από τις αραβικές χώρες με τις μεγαλύτερες ταξικές αντιθέσεις. Επίσης αναπτύχθηκε από νωρίς (για τα αραβικά δεδομένα) μια σημαντική σε μέγεθος εργατική τάξη, κυρίως σε σχέση με τη βιομηχανία πετρελαίου. Αυτές ήταν συνθήκες που ευνόησαν και το νέο ακόμα κομμουνιστικό κόμμα. Ήδη τη δεκαετία του ’40 αριθμούσε περίπου 10000 μέλη και ήταν μια από τις πιο σημαντικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης.

Ο Γιουσούφ Σαλμάν Γιουσούφ, ασσυριακής-χριστιανικής καταγωγής, γνωστότερος ως «Φαχντ» (Λεοπάρδαλη), ήταν ο γενικός γραμματέας του Κ.Κ.Ι. μέχρι την εκτέλεσή του το 1949. Πηγή εικόνας

Η ιδιαίτερα σκληρή καταστολή από το φιλοβρετανικό μοναρχικό καθεστώς, μπορεί τελικά να λειτούργησε θετικά για το κόμμα, αφού το ηρωοποίησε στα μάτια πολλών και το βοήθησε να καλύψει και τη ζημιά από την (προσωρινή) σοβιετική στήριξη στο Σιωνισμό. Στη δεκαετία του ’50 δυνάμωσε κι άλλο και έγινε μια πολύ υπολογίσιμη δύναμη, γνωστή για τη μαχητικότητά της.

Το 1958 ο ταξίαρχος Κασίμ έδωσε με πραξικόπημα τέλος στην ιρακινή μοναρχία και έβγαλε τη χώρα από το φιλοδυτικό στρατόπεδο. Το Κ.Κ.Ι. έγινε ένα από τα κύρια στηρίγματα του νέου καθεστώτος, κάτι που ανησύχησε ιδιαίτερα τους αντικομμουνιστές, εντός και εκτός των ιρακινών συνόρων. Ο Κασίμ επέτρεψε τη συνδικαλιστική δράση, βελτίωσε τις συνθήκες για τους εργάτες και προώθησε μια αγροτική μεταρρύθμιση.

Η ανατροπή του Κασίμ από το Μπάαθ το 1963 σήμανε όμως και την επιστροφή της καταπίεσης για τους κομμουνιστές. Ένα κύμα άγριας καταστολής αποδυνάμωσε πολύ το κόμμα. Αν και τη δεκαετία του ’70 αποκαταστάθηκαν προσωρινά κάπως οι σχέσεις Μπααθιστών-Κ.Κ.Ι. (κάτι που κόστισε στο τελευταίο μια διάσπαση), τελικά ο Σαντάμ Χουσέιν κήρυξε πάλι το κόμμα παράνομο και δίωξε τους κομμουνιστές για ακόμα μια φορά.

Με το τέλος του μπααθικού καθεστώτος το 2003, τα κομμουνιστικά κόμματα επανεμφανίστηκαν και επιβιώνουν μέχρι τις μέρες μας, χωρίς όμως την παλιά τους βαρύτητα. Η μερική αποδοχή από το Κ.Κ.Ι. του καθεστώτος που δημιούργησε η αμερικάνικη κατοχή, μάλλον δεν βοήθησε και πολύ την επαναστατική εικόνα του. Με δυσκολία καταφέρνει να κερδίσει τουλάχιστον 2-3 κοινοβουλευτικές έδρες.

Συγκέντρωση του Κ.Κ.Ι. στη Βαγδάτη για την Πρωτομαγιά του 2014.
Πηγή εικόνας

Μαρξιστικές δυνάμεις στο Λίβανο και τη Συρία

Στη διάρκεια του μεσοπολέμου, το  Κομμουνιστικό Κόμμα Συρίας και Λιβάνου ήταν η σημαντικότερη μαρξιστική δύναμη στον αραβικό χώρο. Εκτός από κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, το κόμμα επιδίωκε και την απελευθέρωση από τη γαλλική αποικιοκρατία και υποστήριξε τη Συριακή Επανάσταση του 1925. Κάτι που γρήγορα το οδήγησε σ’ ένα καθεστώς ημι-παρανομίας, στο οποίο έμελλε να παραμείνει επί δεκαετίες, ακόμα και μετά την ανεξαρτησία.

Η χωριστή ανεξαρτησία του Λιβάνου και της υπόλοιπης Συρίας οδήγησε και στο συναινετικό χωρισμό του κόμματος σε ένα συριακό και ένα λιβανέζικο. Πρακτικά όμως, ο κοινός έλεγχος και των δύο από τον Χαλίντ Μπακντάς διατηρήθηκε για μερικές δεκαετίες ακόμα. Οι καταστροφικές  συνέπειες της σοβιετικής στάσης στο Παλαιστινιακό το 1947 μετριάστηκαν κάπως την επόμενη δεκαετία, με την εστίαση σε εθνικά θέματα και τη συμμετοχή σε μέτωπα με άλλες δυνάμεις.

Ο Χαλίντ Μπακντάς (1912-1995), Κούρδος σουνιτικής καταγωγής, ήταν επί πολλές δεκαετίες γενικός γραμματέας του συριακού κόμματος και μια από τις πιο συμβολικές μορφές του αραβικού κομμουνισμού. Το 1954 έγινε ο πρώτος κομμουνιστής που εκλέχθηκε βουλευτής σε αραβική χώρα.
Πηγή εικόνας

Αν και θετικό προς την παναραβική ιδέα, το Κ.Κ. Συρίας δεν ήταν ενθουσιασμένο με την προοπτική ένωσης με την Αίγυπτο του Νάσερ – βλέποντας και την καταστολή ενάντια στους Αιγύπτιους κομμουνιστές. Η ένωση πραγματοποιήθηκε τελικά το 1958 (αν και κράτησε μόλις τρία χρόνια), αλλά ο Μπακντάς αρνήθηκε να συνεργαστεί με το νέο καθεστώς και να διαλύσει το κόμμα. Έτσι βρέθηκε απέναντι στην πρώτη απόπειρα αραβικής ενοποίησης και στον Νάσερ, μεγάλο ήρωα τότε του παναραβισμού, κάτι που είχε πάλι μεγάλο πολιτικό κόστος.

Η καταστολή συνεχίστηκε και στα επόμενα χρόνια μπααθικής εξουσίας. Οι σχέσεις Μπάαθ-Κ.Κ.Σ. πάντως βελτιώθηκαν κάπως από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και μετά. Από το 1972 μάλιστα συμμετείχαν μαζί σ’ ένα Εθνικό Μέτωπο, υποστηρικτικό προς το καθεστώς Άσαντ. Αυτός ο συμβιβασμός, όπως και στο Ιράκ, οδήγησε σε αντιδράσεις από τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία και τελικά και σε διάσπαση.

Ο Ριάντ αλ-Τουρκ ήταν ένα από τα μέλη του Κ.Κ.Σ. που δεν δέχθηκαν την προσέγγιση με το καθεστώς και προτίμησαν να ιδρύσουν άλλο κομμουνιστικό κόμμα, το οποίο φυσικά διώχθηκε από τον Άσαντ. Ο αλ-Τουρκ πέρασε πολλά χρόνια στη φυλακή και παραμένει μέχρι σήμερα μια σημαντική μορφή της αριστερής αντιπολίτευσης.

Εν τω μεταξύ, στο Λίβανο η ριζοσπαστική ατμόσφαιρα της εποχής, μαζί με ένα σχετικά φιλελεύθερο πολιτικό περιβάλλον, αλλά και μια άνιση οικονομική ανάπτυξη, έδωσαν ώθηση στα αριστερά κινήματα. Το Κ.Κ.Λ. και άλλα μικρότερα μαρξιστικά κόμματα προσπάθησαν να ανοιχτούν στην κοινωνία και να αναπτύξουν και αυτά ευρύτερες συμμαχίες με «πατριωτικές και προοδευτικές δυνάμεις». Σαν τέτοιες θεωρούσαν τους Παναραβιστές, τους Σύριους Εθνικιστές, την Παλαιστινιακή Αντίσταση, το Προοδευτικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (ταυτισμένο κυρίως με τα συμφέροντα των Δρούζων). Το 1975 συγκρότησαν μαζί μ’ αυτές το Λιβανέζικο Εθνικό Κίνημα. Κύριος στόχος του Κινήματος, με τον οποίο συνδέθηκε γενικά και η λιβανέζικη Αριστερά, ήταν η μεταρρύθμιση του λιβανέζικου πολιτικού συστήματος μέσω της κατάργησης των θρησκευτικών διαχωρισμών. Κύριος εσωτερικός αντίπαλος ήταν η μαρωνίτικη φιλοδυτική Δεξιά, ενώ ως εξωτερικοί εχθροί ορίζονταν το Ισραήλ, οι ΗΠΑ και τα «αντιδραστικά αραβικά καθεστώτα» τύπου Σαουδικής Αραβίας.

Το Κ.Κ.Λ. δημιούργησε και τη δική του ένοπλη ομάδα, που συμμετείχε στον εμφύλιο πόλεμο ως μέρος του Κινήματος. Αυτό μπορεί να του χάρισε μια αίγλη ανάμεσα στα αραβικά κομμουνιστικά κόμματα. Με την ισραηλινή κατοχή της Βηρυτού το 1982, οι κομμουνιστές ήταν από τους πρώτους που οργάνωσαν ένοπλη αντίσταση εναντίον της. Παρ’ όλα αυτά, το τέλος του πολέμου τους βρήκε περιθωριοποιημένους, ανίκανους ν’ ανταγωνιστούν (ούτε καν ιδεολογικά) τις ένοπλες οργανώσεις που συνδέονταν καθαρά με συγκεκριμένη θρησκευτική ταυτότητα, όπως η σιιτική Χεζμπολάχ.

Ο Ελίας Ατάλαχ, ο μαρωνίτικης καταγωγής ηγέτης της Λιβανέζικης Εθνικής Αντίστασης (Τζαμούλ), που πολέμησε την ισραηλινή κατοχή, ήταν μέλος του Κ.Κ.Λ.
Πηγή: http://www.alkalimaonline.com

Αυτή η η παρακμή της λιβανέζικης (και συριακής) Αριστεράς συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας. Σε εποχές που γενικά στον κόσμο (πολύ περισσότερο στον μεταπολεμικό Λίβανο) η εθνο-θρησκευτική ταυτότητα μοιάζει να έχει περισσότερο πολιτικό βάρος από την κοινωνική τάξη, ο χώρος που μένει για ριζοσπαστικές κοσμικές δυνάμεις είναι έτσι κι αλλιώς ελάχιστος. Επίσης, τα σημερινά λιβανέζικα αριστερά κόμματα, όπως και τα συριακά, είναι και διχασμένα στο θέμα της σχέσης με το καθεστώς Άσαντ – που αυτήν τη στιγμή είναι λόγω του συριακού εμφυλίου το πιο προβεβλημένο. Κάποιες δυνάμεις όπως το παραδοσιακό Λιβανέζικο Κομμουνιστικό Κόμμα υπερασπίζονται τον Άσαντ στα πλαίσια του αντι-ιμπεριαλισμού, ενώ άλλες όπως η Δημοκρατική Αριστερά το βλέπουν ως ένα καταπιεστικό δικτατορικό καθεστώς και τοποθετούνται υπέρ των αντι-καθεστωτικών ανταρτών. Η ανάκαμψη τόσο της λιβανέζικης όσο και της συριακής Αριστεράς σίγουρα δεν θα είναι εύκολη υπόθεση.

Σημαία του Κ.Κ.Λ., από πρόσφατη συγκέντρωση στη Βηρυτό. 
Πηγή εικόνας

Αραβικό Εθνικό Κίνημα και παλαιστινιακή Αριστερά

Η παλαιστινιακή Αριστερά είναι ιδιαίτερη περίπτωση: οι ρίζες της δεν είναι τόσο στα παλιά κομμουνιστικά κόμματα του μεσοπολέμου, αλλά στον παναραβικό εθνικισμό. Κατά κάποιον τρόπο η πορεία εδώ ήταν δηλαδή αντίστροφη: ενώ στη Συρία και το Λίβανο οι Μαρξιστές προσέγγισαν με την πάροδο των χρόνων τον αραβικό εθνικισμό, οι Παλαιστίνιοι αριστεροί ξεκίνησαν ως παναραβιστές για να ανακαλύψουν στη συνέχεια το μαρξισμό (όχι ότι δεν υπάρχει και το διάδοχο κόμμα του παλιού κλασικού κομμουνιστικού, το Κόμμα του Λαού της Παλαιστίνης, αλλά αυτό έχει σχετικά μικρότερη επιρροή). Για να δούμε αυτήν την πορεία πρέπει όμως να επιστρέψουμε μερικές δεκαετίες πίσω.

Το Αραβικό Εθνικό Κίνημα ιδρύθηκε το 1948 από φοιτητές στη Βηρυτό, προερχόμενους από διάφορες αραβικές χώρες. Έδινε από την αρχή μεγάλη έμφαση στο θέμα της Παλαιστίνης – εξάλλου, πολλά από τα σημαντικότερά του μέλη ήταν Παλαιστίνιοι.  Αρχικά ήταν κοντά στον Νάσερ και μάλιστα είχε σχετικά «δεξιά» χαρακτηριστικά:  έδινε στην ενδο-αραβική πάλη των τάξεων πολύ μικρότερη προτεραιότητα απ’ ότι στους αραβικούς εθνικούς στόχους. Το ότι όμως δεν έγινε μέρος της εξουσίας όπως οι Νασερικοί και το Μπάαθ, ήταν ίσως κάτι που το βοήθησε να ακολουθήσει πιο ριζοσπαστικά μονοπάτια στην έτσι κι αλλιώς ριζοσπαστική δεκαετία του ’60.

Ο Ζωρζ Χαμπάς (1925-2008), Παλαιστίνιος ελληνορθόδοξης καταγωγής, ήταν από τα ηγετικά στελέχη του Αραβικού Εθνικού Κινήματος. Το 1968 ίδρυσε το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης.
Πηγή εικόνας 

Μετά την καταστροφική ήττα του ’67, κάποια τμήματα του Κινήματος έγιναν πιο δεκτικά και σε μαρξιστικές επιρροές.  Έτσι γεννήθηκαν (με μια σειρά από διασπάσεις) το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, το Παλαιστινιακό Μέτωπο Λαϊκού Αγώνα, το Δημοκρατικό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης κ. ά. Ιδιαίτερα γνωστό έγινε το πρώτο, περισσότερο για τις θεαματικές τακτικές που ακολούθησε, όπως η αεροπειρατεία.

Η Λεϊλά Χαλέντ, μέλος του Λ.Μ.Α.Π., έγινε το 1969 η πρώτη γυναίκα παγκοσμίως που συμμετείχε σε αεροπειρατεία. Η φωτογραφία της με το καλάσνικοφ και την κεφίγιε έγινε διεθνές είδωλο. Μετά από αυτήν τη δημοσιότητα, έκανε χειρουργικές επεμβάσεις στη μύτη και το πηγούνι, ώστε το πρόσωπό της να μην είναι αναγνωρίσιμο και να μπορεί να συμμετάσχει ξανά σε ανάλογη ενέργεια.
Πηγή εικόνας

Η προτεραιότητα του εθνικού θέματος και του ένοπλου αγώνα έκαναν την παλαιστινιακή Αριστερά έτσι κι αλλιώς ιδιαίτερη περίπτωση. Εκ των πραγμάτων, δεν μπορούσε να δοθεί πολύ βάρος στα θέματα εσωτερικής ταξικής πάλης. Κι αυτό ισχύει ακόμα και σήμερα. Όσον αφορά την ειρηνευτική διαδικασία, τα διάφορα αριστερά κόμματα κράτησαν διαφορετική στάση: το Λ.Μ.Α.Π. και το Δ.Μ.Α.Π. απέρριψαν (μαζί με τη Χαμάς) κατηγορηματικά τις συμφωνίες του Όσλο, ενώ τα υπόλοιπα όχι μόνο τις στήριξαν, αλλά κάποια μέλη τους συμμετείχαν ενεργά και σ’ αυτές και στις επόμενες διαπραγματεύσεις.

Τα αριστερά κόμματα (συμπεριλαμβανομένου του Λ.Μ.Α.Π.) συνεχίζουν πάντως να συμμετέχουν στην Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης μαζί με τις «συστημικές» πολιτικές δυνάμεις. Αυτό τα κάνει όμως και οικονομικά εξαρτημένα απ’ αυτήν. Επίσης, το ότι στελέχη απ’ αυτά τα κόμματα αναλαμβάνουν κατά καιρούς και κυβερνητικά πόστα, ενώ ταυτόχρονα επιμένουν να ισχυρίζονται ότι είναι αντιπολίτευση, μάλλον δεν βοηθά την αξιοπιστία τους.

Η παλαιστινιακή Αριστερά ξεκίνησε με πολλές φιλοδοξίες στη δεκαετία του ’70, αλλά σήμερα βρίσκεται και αυτή σε παρακμή. Αν και το Λ.Μ.Α.Π. διατήρησε σημαντική επιρροή σε ορισμένες περιοχές της Παλαιστίνης (π.χ. στη Βηθλεέμ), στις εκλογές του 2006 συγκέντρωσε μόλις 4,6% και τα υπόλοιπα μαρξιστικά κόμματα μετά βίας 3-4% των ψήφων. Επίσης, η πολυδιάσπαση της παλαιστινιακής Αριστεράς (τυπικό σύμπτωμα και της παγκόσμιας), σίγουρα δεν τη βοηθά να πετύχει το μεγάλο της στόχο: να γίνει η τρίτη δύναμη για να ξεπεράσει η παλαιστινιακή κοινωνία τον καταστροφικό διπολισμό Χαμάς-Φατάχ.

Το σοσιαλιστικό πείραμα της Υεμένης

Η Νότια Υεμένη ήταν βρετανική αποικία μέχρι και το 1967. Η κύρια δύναμη του αντι-αποικιακού αγώνα ήταν το (ακόμα) φιλονασερικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Στη συνέχεια όμως αυτό κινήθηκε προς μια μαρξιστική κατεύθυνση και συγκρούστηκε με τους «καθαρούς» νασερικούς. Κατάφερε μάλιστα να επικρατήσει σ’ αυτή τη σύγκρουση και το 1969 η πιο σκληροπυρηνική μαρξιστική πτέρυγα μετονόμασε το Μέτωπο σε Σοσιαλιστικό Κόμμα της Υεμένης.  Έτσι η Υεμένη, μια από τις πιο υπανάπτυκτες αραβικές χώρες, έγινε το πρώτο και μέχρι στιγμής μοναδικό αραβικό κράτος που ένα (τουλάχιστον κατ’ όνομα) μαρξιστικό κόμμα κατάφερε να αναλάβει την εξουσία.

Η Νότια Υεμένη έγινε μια μονοκομματική Λαϊκή Δημοκρατία στα πρότυπα των άλλων κομμουνιστικών καθεστώτων. Η ηγεσία προχώρησε σε εθνικοποιήσεις,  κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και συνδέθηκε στενά με τη Σοβιετική Ένωση. Είναι πάντως αξιοσημείωτο ότι, ακόμα και εκεί, το Ισλάμ καθορίστηκε στο Σύνταγμα ως επίσημη θρησκεία του κράτους. Αυτό είναι ίσως δείγμα και μιας γενικότερης τάσης των Αράβων Μαρξιστών να αποφεύγουν όσο γίνεται τη σύγκρουση με τη θρησκεία. Κάτι που είναι ίσως λογικό σε κοινωνίες που αυτή παίζει τόσο κεντρικό ρόλο.

Τα δύο κράτη της Υεμένης από το 1967 ως το 1990.
Πηγή εικόνας

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, με την επερχόμενη κατάρρευση της ΕΣΣΔ, το καθεστώς όπως ήταν αναμενόμενο αποδυναμώθηκε. Το 1990 πραγματοποιήθηκε η ένωση με τη Βόρεια Υεμένη (που δεν έμεινε πάντως χωρίς τριβές). Το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Υεμένης, η άλλοτε μοναδική μαρξιστική «κυβερνώσα Αριστερά» στον αραβικό κόσμο, είναι σήμερα απλά ένα μικρό αντιπολιτευόμενο κόμμα.

Η αραβική Νέα Αριστερά και γενικά συμπεράσματα

Με το τέλος του «υπαρκτού σοσιαλισμού», η μαρξιστική Αριστερά στις αραβικές χώρες γνώρισε παρακμή, όπως εξάλλου και σε όλο σχεδόν τον κόσμο. Τα κλασσικά μαρξιστικά κόμματα, πού ήταν κάποτε μια δευτερεύουσα αλλά υπολογίσιμη δύναμη, έγιναν λίγο πολύ περιθωριακά. Η παραδοσιακή τους τάση για διάσπαση δεν τα βοήθησε φυσικά να ανακάμψουν.

Παρ’ όλα αυτά και στις αραβικές χώρες γεννήθηκε κάτι σαν «Νέα Αριστερά», λιγότερο ιδεολογικά «καθαρή» και περισσότερο κινηματική. Ιδιαίτερα σημαντικές ήταν οι διαδηλώσεις στήριξης της παλαιστινιακής Ιντιφάντα ή εναντίον στον πόλεμο του Ιράκ, στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Τα καθεστώτα μάλλον δεν υπολόγιζαν ότι επιτρέποντας τέτοιες διαδηλώσεις (για τις δικές τους πολιτικές σκοπιμότητες), θα έδιναν και την ευκαιρία οργάνωσης σε νέους, που κάποτε θα στρέφονταν εναντίον τους.

Αυτά τα κινήματα συνδέθηκαν με συνδικάτα και άλλες ομάδες εργατών ή φοιτητών και έτειναν προς μια γενική αμφισβήτηση του καθεστώτος. Ήταν αυτά τα κινήματα (εκεί όπου ήταν ιδιαίτερα δυναμικά, π.χ. στην Τυνησία και την Αίγυπτο) που οδήγησαν και στο ξέσπασμα της Αραβικής Άνοιξης.

Η «αριστεροσύνη» τους φυσικά είναι αμφισβητήσιμη:  ένα μέρος τους έχει μάλλον φιλελεύθερη παρά σοσιαλιστική κατεύθυνση. Η γενική τους νοοτροπία είναι εξάλλου να στοχεύουν σε ευρείες αντικυβερνητικές συμμαχίες, ακόμα π.χ. και με ανοιχτόμυαλους ισλαμιστές. Παρ’ όλα αυτά, θέματα όπως η κοινωνική δικαιοσύνη, οι οικονομικές ανισότητες, τα εργατικά αιτήματα, η ανεργία των νέων, έπαιξαν κεντρικό ρόλο σ’ αυτά. Μια απεργία σε εργοστάσιο υφασμάτων το 2008 έγινε κεντρικό σημείο αναφοράς για το αιγυπτιακό κίνημα, ενώ η τυνησιακή εξέγερση ξεκίνησε από μια μεμονωμένη διαμαρτυρία για τις οικονομικές συνθήκες. Στην Ιορδανία δημιουργήθηκε το 2007 ένα φοιτητικό κίνημα με κεντρικό στόχο όχι μόνο περισσότερη ελευθερία σε πανεπιστήμια, αλλά και την μείωση των διδάκτρων, έτσι ώστε η πανεπιστημιακή μόρφωση να γίνει προσβάσιμη και στα πιο φτωχά στρώματα.

Εξάλλου, σ’ αυτά τα κινήματα συμμετέχουν και δυνάμεις με καθαρά μαρξιστικές αναφορές. Παράδειγμα είναι οι Επαναστάτες Σοσιαλιστές στην Αίγυπτο, που μέσω της δυναμικής κινητοποίησης έγιναν και κάπως πιο γνωστοί στο ευρύ κοινό.

Οι Επαναστάτες Σοσιαλιστές στην Αίγυπτο συνδέονται με την παγκόσμια Διεθνιστική Σοσιαλιστική Τάση (στην Ελλάδα και την Κύπρο αυτή εκπροσωπείται από το Σ.Ε.Κ. και την Εργατική Δημοκρατία αντίστοιχα). Διαφοροποιούνται από πιο «παραδοσιακά» τμήματα της αιγυπτιακής Αριστεράς στο ότι συμμετέχουν σε ευρείες αντι-καθεστωτικές συμμαχίες, από τις οποίες δεν αποκλείονται και ισλαμιστές. Eπίσης, αν και έλαβαν μέρος στις διαδηλώσεις ενάντια στη Μουσουλμανική Αδελφότητα, που οδήγησαν στο πραξικόπημα του 2013, αντιτάχθηκαν από νωρίς και στο νέο στρατιωτικό καθεστώς.
Πηγή εικόνας

Οι αραβικές εξεγέρσεις μπορεί να μην κατέληξαν σ’ αυτό που πολλοί έλπιζαν. Παρ’ όλα αυτά έδωσαν σε κάποια τμήματα της νεολαίας – που, ας μην ξεχνάμε, στις αραβικές χώρες είναι η πλειοψηφία του πληθυσμού – πίστη στις δυνάμεις τους και ίσως τα έκαναν ανοικτά σε ιδεολογικές αναζητήσεις.

Η Μέση Ανατολή είναι μια περιοχή με πολύ έντονα οικονομικά, οικολογικά και κοινωνικά προβλήματα – όχι κατ’ ανάγκη πολύ διαφορετικά απ’ αυτά της Κύπρου ή της Ελλάδας. Μια νέα προοδευτική ιδεολογία, εμπνευσμένη (και) από μαρξιστικά στοιχεία θα είχε ίσως τη δυνατότητα να προσφέρει πραγματικές απαντήσεις σ’ αυτά τα προβλήματα. Εκεί ακριβώς δηλαδή όπου οι άλλες ιδεολογίες του αραβικού χώρου μοιάζουν να έχουν ελλείψεις.


Βιβλιογραφία

  • Paul Salem (1994): Bitter Legacy – Ideology and politics in the Arab world.
  • Μαξίμ Ροντινσόν (1980): Οι Άραβες.
  • http://countrystudies.us/iraq/
  • Tareq Y. Ismael/ Jacqueline S. Ismael (1998): The Communist Movement in Syria and Lebanon.
  • Donald F. Busky (2002): Communism in History and Theory – Asia, Africa, and the Americas.
  •  Juan Cole (2014): The New Arabs – How the Millennial Generation is Changing the Middle East.
  • Jamil Hila (2010): The Palestinian Left and the Multi-Layered Challenges Ahead. In: Institute for Palestine Studies.
  • Katja Hermann, Jamil Hilal (2014) (eds.): Mapping of the Arab Left.

Ιδεολογια στον αραβικο χωρο – 1: Αραβικος Εθνικισμος

Κλασσικό

Ο «αραβικός κόσμος» έχει βρεθεί τα τελευταία χρόνια πάλι στο επίκεντρο της παγκόσμιας επικαιρότητας, είτε με θετικό (Αραβική Άνοιξη) είτε με αρνητικό τρόπο (Συριακός Εμφύλιος, Ισλαμικό Κράτος). Ίσως είναι η κατάλληλη στιγμή για να ασχοληθούμε με τις κύριες ιδεολογίες που σχημάτισαν αυτές τις κοινωνίες στη σύγχρονη εποχή. Ζούμε εξάλλου πολύ κοντά για να έχουμε την πολυτέλεια να τις αγνοήσουμε.

Αυτό το άρθρο είναι το πρώτο μιας σειράς με θέμα τις 4 κύριες ιδεολογίες που καθόρισαν το παρόν των αραβικών χωρών: τον αραβικό εθνικισμό, τους τοπικούς εθνικισμούς, τον ισλαμισμό, αλλά και τον κομμουνισμό.

Η γέννηση της αραβικής εθνικής ιδέας

Όπως κάθε εθνικισμός, έτσι και ο αραβικός εστιάζει στα συμφέροντα του αραβικού έθνους και έχει ως κεντρικό στόχο τη δημιουργία αραβικού έθνους-κράτους. Η ιδέα άρχισε να σχηματίζεται το 19ο αιώνα στα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Για τους πρώτους διανοητές του στόχος δεν ήταν απαραίτητα η αραβική ανεξαρτησία, αλλά τουλάχιστον μια αραβική πολιτιστική Αναγέννηση – όπως έμελλε να ονομαστεί αυτό το κίνημα («Νάχντα» στα αραβικά). Η κοινή γλώσσα, ο κοινός πολιτισμός, η κοινή ιστορία θα ήταν η βάση γι’ αυτό.

Ο Μπούτρους-αλ-Μπουστάνι (1819-1883), ένας από τους κύριους εκπρόσωπους της «Νάχντα». Γεννήθηκε ως Μαρωνίτης Χριστιανός στο σημερινό Λίβανο, αργότερα προσχώρησε στον Προτεσταντισμό. Η εντύπωση των βίαιων συγκρούσεων Δρούζων-Μαρωνιτών στην πατρίδα του τον οδήγησε στην ιδέα μιας αραβικής εθνικής ταυτότητας, ως το μόνο μέσο που θα μπορούσε να φέρει την ενότητα και να αποτρέψει παρόμοιες εντάσεις στο μέλλον.
Πηγή: en.wikipedia.org

Δεν είναι τυχαίο που πολλοί από τους πρωτεργάτες της ήταν Χριστιανοί διανοούμενοι από τη Συρία και το Λίβανο. Όχι μόνο οι επαφές τους με τα ευρωπαϊκά διανοητικά ρεύματα ήταν μεγαλύτερες (ας μην ξεχνάμε ότι ο εθνικισμός είναι ιδεολογία δυτικοευρωπαϊκής προέλευσης), αλλά δεν είχαν και πολλούς λόγους να νιώθουν σύνδεση με ένα οθωμανικό κράτος που αντλούσε τη νομιμοποίησή του κυρίως από τις ισλαμικές αναφορές του. Αντίθετα, σ’ ένα πλαίσιο βασισμένο στη κοινή αραβική γλώσσα και τον αραβικό πολιτισμό, οι Χριστιανοί θα γίνονταν ισότιμο μέρος του έθνους, αφού σ’ αυτούς τους τομείς δεν διέφεραν από τους Μουσουλμάνους συμπατριώτες τους.

Παραδόξως όμως, ήταν η αυξανόμενη εκκοσμίκευση της οθωμανικής διοίκησης, που έδωσε μια ακόμα ώθηση στην αραβική εθνική ιδέα – ιδιαίτερα μετά την επανάσταση των Νεότουρκων, που δυνάμωσε και τις τούρκικες εθνικιστικές τάσεις. Τώρα πλέον και οι Μουσουλμάνοι Άραβες είχαν λόγους να νιώθουν αποξενωμένοι από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Ο Αμπντ αλ-Ραχμάν αλ-Καγουάκιμπι 1849-1902) ήταν Μουσουλμάνος από τη Συρία. Θεωρούσε τη μη-αραβική επιρροή ως αρνητική για το Ισλάμ. Ζητούσε μεγαλύτερη αυτονομία για τους Άραβες εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την αντικατάσταση του οθωμανικού-τούρκικου Χαλιφάτου με ένα αραβικό.
Πηγή: http://www.arabicbookshop.net

Συμπερασματικά: η ιδέα ενός αραβικού έθνους στη βάση κοινής γλώσσας και πολιτισμού δεν ήταν κάτι αυτονόητο, αλλά γέννημα συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών. Όπως λέει ο Μαξίμ Ροντινσόν, «χρειάσθηκε η παγκόσμια κυριαρχία των γλωσσικά προσδιορισμένων εθνικών ιδεολογιών, η τάση για κοσμικοποίηση και last not least η άνοδος μιας πολυδογματικής αστικής τάξης, που μιλούσε αραβικά, που είχε κοινά συμφέροντα και είχε εμπλακεί σε ένα λίγο πολύ κοινό αγώνα για να καταλήξουμε στην ηγεμονία (ίσως προσωρινή) μιας ιδεολογίας για την εθνότητα και το έθνος που θεωρεί κριτήριο τη γλώσσα (με τις επιφυλάξεις που θα δούμε), και που θέτει ως ιδεώδες τη δημιουργία ενός έθνους-κράτους».

Από τη θεωρία στην πράξη

Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Άγγλοι έδωσαν ουσιαστικά την πρώτη μεγάλη ελπίδα σ’ αυτήν την ιδέα: υποσχέθηκαν στον Σερίφη της Μέκκας Χουσεΐν ένα μεγάλο αραβικό κράτος, ως αντάλλαγμα για τη βοήθειά του στον πόλεμο εναντίον των Οθωμανών. Ήδη από τότε αυτό είχε κάτι αντιφατικό μέσα του, αφού οι Άγγλοι και οι σύμμαχοί τους (Γάλλοι και Ιταλοί) διοικούσαν μεγάλο τμήμα του αραβόφωνου κόσμου ως αποικίες, κυρίως τη Βόρεια Αφρική. Πολύ περισσότερο μετά το τέλος του πολέμου, όταν οι Σύμμαχοι έσπασαν την υπόσχεσή τους και μοίρασαν και τις υπόλοιπες αραβικές χώρες (Παλαιστίνη, Συρία, Μεσοποταμία) μεταξύ τους, ως «περιοχές εντολής» – ένας κάπως πιο εύπεπτος όρος από «αποικίες», αλλά πρακτικά μια παρόμοια κατάσταση.

Η σημαία της Μεγάλης Αραβικής Επανάστασης (1916-1918) ενάντια στους Οθωμανούς, υπό τον Σερίφη της Μέκκας, Χουσεΐν. Παραλλαγές της χρησιμοποιούνται σήμερα ως εθνικές σημαίες σε πολλά αραβικά κράτη. Η εικόνα είναι από την Ακάμπα της Ιορδανίας.
Πηγή: http://www.pbase.com

Ο αραβικός εθνικισμός στράφηκε τώρα εναντίον των νέων κατακτητών, Άγγλων, Γάλλων και Ιταλών: έγινε έτσι και αντιιμπεριαλιστική ιδεολογία. Και στην εξάπλωσή του συνεισέφερε φυσικά και ο ολοένα πιο έντονος σιωνιστικός κίνδυνος. Το 1931 εγκρίθηκε στην Ιερουσαλήμ, όπου είχαν μαζευτεί αντιπρόσωποι από τις περισσότερες αραβικές περιοχές, το Αραβικό Εθνικό Σύμφωνο: αναγνωριζόταν ότι οι αραβικές χώρες συναποτελούν μια αδιαίρετη μονάδα.

Σοσιαλιστικός παναραβισμός

Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο αραβικός εθνικισμός, προσαρμοσμένος και στο κλίμα της εποχής, έγινε πιο ριζοσπαστικός και συνδέθηκε με σοσιαλιστικές ιδέες. Από ιδεολογία της ανώτερης τάξης άρχισε να γίνεται ιδεολογία των μεσαίων στρωμάτων. Στα πλαίσια της αναπτύχθηκαν και τάσεις εναντίον της μοναρχίας και των φεουδαρχικών δομών. Σ’ αυτό έπαιξε ρόλο φυσικά και η εντύπωση από την ταπεινωτική ήττα των συντηρητικών αραβικών μοναρχιών στον πόλεμο εναντίον των Σιωνιστών το 1948, που είχε ως συνέπεια την απώλεια του μεγαλύτερου τμήματος της Παλαιστίνης.

Μια σειρά από ρεπουμπλικανικά καθεστώτα (λίγο-πολύ αυταρχικά, αλλά με σημαντική λαϊκή υποστήριξη), κατέλαβαν την εξουσία σε διάφορες αραβικές χώρες – συνήθως μέσω στρατιωτικού πραξικοπήματος. Κεντρική ιδεολογική αναφορά τους ήταν αυτό το μείγμα αντι-ιμπεριαλισμού, παναραβισμού και σοσιαλισμού. Ως «σοσιαλισμό» αντιλαμβάνονταν μάλλον ένα είδος κρατικού/σοσιαλδημοκρατικού καπιταλισμού, που θα εξασφάλιζε την εσωτερική ενότητα και θα επέτρεπε μια αυτόνομη ανάπτυξη. Ενώ το αίτημα για ισότητα και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις υπέρ των αδύνατων ήταν σημαντικό, δεν συνοδευόταν από διάθεση π.χ. για την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας. Ως σημαντικότερη προσωπικότητα του κινήματος αναδείχτηκε ο χαρισματικός ηγέτης της Αιγύπτου, Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ, στο πρόσωπο του οποίου πολλοί Άραβες έβλεπαν τον ηγέτη που θα πετύχαινε την αραβική ενότητα και θα νικούσε το Σιωνισμό.

Στον Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ (1918-1970) προσωποποιήθηκε η ελπίδα για αραβική ενότητα επί δύο δεκαετίες. Μετά από μια αρχικά σχετικά φιλική πολιτική προς τις ΗΠΑ, προσέγγισε γρήγορα τη Σοβιετική Ένωση και έγινε ένας από τους ιδρυτές του Κινήματος των Αδεσμεύτων.
Πηγή: http://www.ilprimatonazionale.it

Η άλλη σημαντική δύναμη του σοσιαλιστικού παναραβισμού ήταν το κόμμα Μπάαθ, που ιδρύθηκε το 1946 στη Συρία, με παρακλάδια σε πολλές αραβικές χώρες, κυρίως στην Ανατολή (Ιορδανία, Λίβανος, Ιράκ). Η ιδεολογία του συνοψιζόταν στη φράση «ένα αραβικό έθνος με μια αιώνια αποστολή». Κατάφερε να αναλάβει την διακυβέρνηση στο Ιράκ και τη Συρία – στη δεύτερη παραμένει στην εξουσία μέχρι και σήμερα, έστω και σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου. Στο Ιράκ η μπααθική κυριαρχία (υπό τον Σαντάμ Χουσέιν) τερματίστηκε το 2003 από την αμερικανική εισβολή.

Ο εκ των ιδρυτών του κόμματος Μπάαθ, Μισέλ Αφλάκ (δεξιά), μαζί με τον ακόμα νεαρό τότε Σαντάμ Χουσέιν (αριστερά). Ο Αφλάκ (1910-1989) γεννήθηκε ως ορθόδοξος χριστιανός στη Δαμασκό. Αρχικά λόγω αντίδρασης στη γαλλική κυριαρχία στη χώρα του, οδηγήθηκε στο στόχο της ένωσης όλων των αραβικών χωρών σε ένα σοσιαλιστικό κράτος. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στις προσπάθειες αραβικής ενοποίησης κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60.
Πηγή: http://www.democraticunion.eu

Η κυριαρχία του αραβικού εθνικισμού στο ιδεολογικό πεδίο είχε όμως τερματιστεί ουσιαστικά πολύ πιο πριν. Η αποτυχημένη ένωση Συρίας-Αιγύπτου, που κράτησε μόλις τρία χρόνια πριν καταρρεύσει λόγω ηγεμονικών τάσεων της Αιγύπτου, ήταν το πρώτο σημαντικό πλήγμα στην ιδέα της αραβικής ενότητας. Κομβικό σημείο όμως ήταν η συντριβή από το Ισραήλ στον Πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967. Η αδυναμία των αραβικών στρατών όχι μόνο να απελευθερώσουν τη χαμένη Παλαιστίνη, αλλά και να εμποδίσουν την απώλεια της υπόλοιπης, έπληξε πολύ το γόητρο του αραβικού εθνικισμού και του Νάσερ προσωπικά.

Αν και τέτοια καθεστώτα παρέμειναν στην εξουσία σε πολλές χώρες για μερικές δεκαετίες ακόμα, η παναραβική αναφορά τους κατάντησε όλο και περισσότερο κενό γράμμα. Ακόμα και οι δύο χώρες που κυβερνιούνταν από το κόμμα Μπάαθ (Συρία και Ιράκ) κατέληξαν να είναι εχθρικές μεταξύ τους. Οι συγκρούσεις μεταξύ δυνάμεων που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσαν όλες το όραμα της αραβικής ενότητας, έκαναν το τελευταίο να μοιάζει ουτοπικό όσο ποτέ. Ταυτόχρονα, το αργότερο με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου αυτά τα κράτη εισήγαγαν και στοιχεία νεοφιλελευθερισμού, που βρίσκονταν σε αντίθεση με τις κρατικο-σοσιαλιστικές αρχές τους. Η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους και των δημοσίων υπηρεσιών, πραγμάτων που μέχρι τότε συγκαταλέγονταν στις σχετικές επιτυχίες αυτών των καθεστώτων, οδήγησε στην αποξένωση μεγάλου τμήματος των λαϊκών μαζών. Κάτι που δημιούργησε φυσικά πρόσφορο έδαφος για την εξάπλωση άλλων αντίπαλων ιδεολογιών: κυρίως του ισλαμισμού, όπως βλέπουμε σήμερα.

Συμπεράσματα

Θα ήταν λάθος να πούμε ότι, λόγω της εν μέρει χριστιανικής του προέλευσης και του κατά βάση κοσμικού του χαρακτήρα, τα ισλαμικά στοιχεία λείπουν εντελώς από τον αραβικό εθνικισμό. Οι αναφορές των Αράβων εθνικιστών διανοούμενων στο Ισλάμ ως στοιχείο της εθνικής ταυτότητες δεν ήταν σπάνιες, ο Νάσερ είχε στο δημόσιο λόγο του και πανισλαμικές τάσεις, ενώ και ο Σαντάμ Χουσέιν κάλεσε σε «τζιχάντ» κατά των Αμερικάνων στον Πόλεμο του Κόλπου. Πράγμα λογικό, μια και μέσω των θρησκευτικών αναφορών εύκολα αγγίζεις τη ψυχή του λαού – και ο αραβικός λαός ήταν και είναι στη μεγάλη του πλειοψηφία μουσουλμανικός. Ακόμα και πολλοί χριστιανοί Άραβες εθνικιστές εκτιμούσαν τη συνεισφορά του Μωάμεθ από εθνική άποψη και αποδέχονταν τη σύνδεση του αραβικού έθνους με το Ισλάμ.

Παρ’ όλα αυτά, είναι επίσης αρκετά καθαρό ότι (για τα δεδομένα των αραβικών κοινωνιών) η ιδεολογία του αραβικού εθνικισμού εκπροσωπεί μια σχετικά κοσμική και ενωτική τάση. Ενδεικτικός γι’ αυτό είναι και ο ρόλος των θρησκευτικών μειονοτήτων. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι δεν προσέλκυσε και πολλούς Σουνίτες και Σιίτες Μουσουλμάνους. Εξάλλου οι περισσότεροι σημαντικοί του ηγέτες (Νάσερ, Σαντάμ Χουσέιν, Καντάφι, Αραφάτ) ήταν Σουνίτες, ενώ στην ειδική περίπτωση του Λιβάνου το νασερικό Μουραμπιτούν ήταν ένα κυρίως σουνιτικό κόμμα. Παρ’ όλα αυτά, από τη γενική εικόνα είναι σαφές ότι το ποσοστό των Χριστιανών ή «αιρετικών Μουσουλμάνων» ανάμεσα στους κύριους διανοούμενους του κινήματος είναι μεγαλύτερο απ’ το ποσοστό τους στο συνολικό πληθυσμό. Και στο Μπάαθ υπερεκπροσωπούνταν οι Ελληνορθόδοξοι, οι Δρούζοι και οι Αλαουίτες.

Λόγω και της σύνδεσης της ιδεολογίας με το σοσιαλισμό και τον αντι-ιμπεριαλισμό, φάνηκε να έχει για πολλά χρόνια έναν προοδευτικό χαρακτήρα. Yπερβάλλοντας λίγο, θα μπορούσαμε ίσως να πούμε ότι έπαιξε για μια περίοδο το ρόλο της Αριστεράς στον αραβικό κόσμο. Εξάλλου, σε αντίθεση π.χ. με τον ελληνικό, το σερβικό ή και τον τουρκικό εθνικισμό, ο αραβικός είναι μια δύναμη που έχει στόχο να καταργήσει σύνορα παρά να τα κτίσει.

Η γεωγραφική εξάπλωση της αραβικής γλώσσας.
Πηγή: world-of-languages.com/learn-arabic/

Αναμφίβολα η πρώτη περίοδος της εξουσίας του αραβικού εθνικισμού σοσιαλιστικής απόχρωσης σημαδεύτηκε από βαριές αποτυχίες. Σ’ αυτό έπαιξε μάλλον ρόλο και η ανάθεση της ηγεσίας σε λίγες χαρισματικές προσωπικότητες, που κυβέρνησαν αυταρχικά στήνοντας όλο τον κρατικό μηχανισμό γύρω απ’ το πρόσωπό τους. Επίσης, η βιασύνη με την οποία ολοκληρώθηκε π.χ. η ένωση Αιγύπτου-Συρίας, ο κακός σχεδιασμός της πολιτικής ενάντια στο σιωνισμό, δείχνουν μια ανωριμότητα: μια τάση να δίνεται βάρος σε κινήσεις εντυπωσιασμού παρά στην κατάρτιση ενός μακρόπνοου σχεδίου.

Σε πολλούς μπορεί σήμερα ο αραβικός εθνικισμός να μοιάζει ξεπερασμένη ιδεολογία. Πολλοί απ’ τους λόγους όμως που οδήγησαν στην δημιουργία και την εξάπλωσή του δεν εξαφανίστηκαν. Αντίθετα, υπάρχουν και νέες ευνοϊκές παγκόσμιες τάσεις: οι δυνατότητες διαδικτυακής επικοινωνίας και πληροφόρησης, τα τηλεοπτικά κανάλια παναραβικής εμβέλειας, οι αυξανόμενες μετακινήσεις εκτός συνόρων είναι όλα στοιχεία που μπορούν να ενισχύσουν το κτίσιμο μιας ενιαίας ταυτότητας βασισμένης σε μια κοινή γλώσσα.

Προσαρμοσμένη στις νέες συνθήκες, μαθαίνοντας απ’ τα λάθη του παρελθόντος, ξαναβρίσκοντας τα σοσιαλιστικά και αντι-ιμπεριαλιστικά της στοιχεία, η ιδέα μιας αραβικής ενότητας ανεξαρτήτως κράτους και θρησκείας θα μπορούσε να ξαναπαίξει ένα σημαντικό ρόλο. Τα πρώτα δειλά δείγματα τα είδαμε ίσως με την Αραβική Άνοιξη.

Βιβλιογραφία

  • Paul Salem (1994): Bitter Legacy – Ideology and politics in the Arab world.
  • Μαξίμ Ροντινσόν (1980): Οι Άραβες.
  • Andreas Meier (1995): Politische Strömungen im modernen Islam.
  • Abdelaziz A. Ayyad (1999): Arab Nationalism and the Palestinians 1850-1939.

Σχετικό Ντοκυμαντέρ του Al Jazeera:

  • A Question of Arab Unity (τα επεισόδια μπορεί κάποιος να τα βρει στο www.dailymotion.com)

Πανβαλκανισμος στην Ελλαδα: μια συντομη ιστορια

Κλασσικό

Η ιδέα της ένωσης όλων των λαών της Βαλκανίων και της Μικράς Ασίας δεν είναι κάτι πρόσφατο. Βασίζεται ίσως και σε μια ιστορική γνώση ότι αυτή η περιοχή ήταν για μεγάλες χρονικές περιόδους μέρος ενιαίων Αυτοκρατοριών. Εκ των οποίων τουλάχιστον δύο (Ανατολική Ρωμαϊκή, Οθωμανική) διάλεξαν για πρωτεύουσά τους το σημείο σύζευξης των δύο αυτών γεωγραφικών χώρων: τα στενά του Βοσπόρου.

Πολλοί ήταν αυτοί που στο παρελθόν οραματίστηκαν μια τέτοια ένωση. Τα πρόσωπα ή οργανώσεις που αναφέρονται στη συνέχεια μπορεί να διέφεραν στους στόχους και τη γενική τους ιδεολογία. Είχαν όμως όλοι γεννηθεί ή δράσει στην περιοχή της σημερινής Ελλάδας κι είχαν στην σκέψη τους στοιχεία που αναφέρονταν στην ένωση των λαών της περιοχής σε μια ισότιμη βάση.

Το όνομα που διάλεξα γι’ αυτήν την ιδεολογία είναι «πανβαλκανισμός». Πάντως κατά κανόνα αφορούσε όχι μόνο τα Βαλκάνια, αλλά τουλάχιστον και τη Μικρά Ασία, την Κρήτη και την Κύπρο. Εξ’ άλλου ο όρος «Βαλκάνια» ως ονομασία περιοχής είναι σχετικά νέος. Τα πρόσωπα που περιγράφονται στη συνέχεια συνήθως αναφέρονταν στην ένωση της «Ανατολής», όρος που τότε αντιστοιχούσε περίπου στις γεωγραφικές περιοχές που προαναφέρθηκαν. Μπορεί άρα ο πιο σωστός όρος να ήταν «παν-ανατολισμός», επειδή όμως σήμερα όταν λέμε «Ανατολή» δεν εννοούμε απαραίτητα αυτό που εννοούσαν τότε, τελικά προτίμησα το «πανβαλκανισμός». Έτσι κι αλλιώς, ακόμα και χώρες που είναι γεωγραφικά πολύ λίγο (Τουρκία) ή καθόλου (Κύπρος) βαλκανικές, συνδέονται τόσο στενά με τα Βαλκάνια που είναι σχεδόν αδύνατο να τις δεις ξεχωριστά.

Σεΐχης Μπεντρεντίν

Για την ιστορία του Μπεντρεντίν και τις σύγχρονες ερμηνείες της υπάρχει ήδη ξεχωριστό άρθρο. Κατά πόσον είχε μια ένωση των λαών της περιοχής στο μυαλό του μπορεί να μην είναι ξεκάθαρο, αυτό που ξέρουμε όμως είναι ότι αυτός και οι σύμμαχοι του έδρασαν ταυτόχρονα και στα Βαλκάνια και στη Μικρά Ασία. Εκείνη την εποχή (αρχές του 15ου αιώνα) η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου ήταν ακόμα σχετικά διασπασμένη, πριν ακόμα ενωθεί υπό την οθωμανική δυναστεία – μια ένωση όμως που φυσικά δεν έγινε στη βάση της ισότητας. Αυτό που κάνει την περίπτωση του Μπεντρεντίν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα (όπως τουλάχιστον του αποδίδεται από κάποιους) είναι η κοινή δράση ανθρώπων από όλες τις μεγάλες θρησκευτικές ομάδες της περιοχής (Μουσουλμάνοι, Χριστιανοί, Εβραίοι) για την ανατροπή μιας καταπιεστικής εξουσίας.

Ρήγας Βελεστινλής

Σχεδόν όλοι στην Ελλάδα και την Κύπρο ξέρουμε το Ρήγα Βελεστινλή. Ας σημειωθεί ότι το όνομα «Φεραίος», με το οποίο είναι σήμερα γνωστός, του αποδόθηκε μετά θάνατον: ο ίδιος χρησιμοποιούσε για τον εαυτό του το επώνυμο «Βελεστινλής», το οποίο κάποτε συμπλήρωνε με το «Θεσσαλός».

Ρήγας Βελεστινλής (Πηγή: http://www.ascsa.edu.gr)

Ο Ρήγας γεννήθηκε το 1757 στο Βελεστίνο, όπως λέει και το επίθετό του. Δραστηριοποιήθηκε ως έμπορος αλλά και ως διερμηνέας ή γραμματέας στην υπηρεσία υψηλών προσώπων, σε διάφορες πόλεις εντός κι εκτός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επηρεασμένος από τις ιδέες του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, ανέπτυξε επαναστατική δραστηριότητα με σκοπό την ανατροπή της οθωμανικής δυναστείας και την μετατροπή της αυτοκρατορίας σε ενιαίο δημοκρατικό κράτος, με το όνομα Ελληνική Δημοκρατία.

Αν κι απευθύνθηκε κυρίως στους Έλληνες, το επαναστατικό του κάλεσμα δεν αφορούσε μόνο αυτούς, αλλά όλους τους λαούς της Αυτοκρατορίας, με τα δικά του λόγια «από την Μπόσνα και ως την Αραπιά». Σ’ αυτούς μετρούσε και τους Μουσουλμάνους: εξ’ άλλου φίλος και δυνητικός του σύμμαχος ήταν και ο πασάς του Βιδινίου, Οσμάν Πασβάνογλου (στον οποίο αναφέρεται και στο Θούριο). Στο κράτος που φανταζόταν ο Ρήγας, όλοι οι πολίτες θα ήταν ίσοι απέναντι στο νόμο, ανεξαρτήτως θρησκείας κι εθνότητας.

Συνελήφθηκε από τους Αυστριακούς το 1797. Αυτοί τον παρέδωσαν στους Οθωμανούς, οι οποίοι τον εκτέλεσαν στο Βελιγράδι το 1798. Ένας κεντρικός δρόμος του Βελιγραδίου έχει και σήμερα το όνομά του.

Σημαντικό για να κατανοήσουμε το Ρήγα είναι το ότι έδρασε σε μια εποχή, που η περιοχή ήταν ήδη ενωμένη, αλλά παρηκμασμένη. Ο Ρήγας έβλεπε την Οθωμανική δυναστεία σαν πηγή αυτής της παρακμής και γι’ αυτό ήθελε την ανατροπή της. Διατηρώντας όμως την ενότητα κάτω από ένα καινούριο σύστημα, το οποίο εξασφάλιζε την ισότητα των πολιτών της ανεξάρτητα από την εθνοτικο-θρησκευτική τους ομάδα (χωρίς πάντως να αποφεύγει και κάποιες αντιφάσεις). Τις ιδέες που πήρε από τη Γαλλική Επανάσταση τις προσάρμοσε στον εθνολογικό και θρησκευτικό πλουραλισμό της περιοχής. Αυτή η πανβαλκανική του ματιά ήταν ίσως κι η βασική του διαφορά με τα επαναστατικά κινήματα που ακολούθησαν τον επόμενο αιώνα.

Δημοκρατική Ανατολική Ομοσπονδία – Πολιτικός Σύλλογος Ρήγας

Η ομάδα αυτή ιδρύθηκε κάπου ανάμεσα στο 1865 και το 1867 και δραστηριοποιήθηκε σε πολλές βαλκανικές πρωτεύουσες (Βελιγράδι, Βουκουρέστι, Αθήνα, Σόφια, Κωνσταντινούπολη). Οι γνώσεις μας γι’ αυτήν είναι περιορισμένες, λόγω της μυστικότητας με την οποία λειτουργούσε. Συμμετείχαν προοδευτικά πρόσωπα από διάφορες βαλκανικές εθνότητες, που απ’ ό,τι φαίνεται είχαν επηρεαστεί από τις ριζοσπαστικές ιδέες που κυκλοφορούσαν εκείνο τον καιρό στην Ευρώπη. Σε αντίθεση με ανάλογες ιδέες σύνδεσης των βαλκανικών λαών, που συχνά ήταν οχήματα επιβολής σχεδίων των ξένων δυνάμεων ή των τοπικών εθνικών ελίτ, αυτή η κίνηση ήταν κατά των ξένων επεμβάσεων κι είχε στόχο μια δημοκρατική ομοσπονδία όλων ανεξαιρέτως των λαών της Ανατολής στη βάση της ισότητας. Αν πιστέψουμε μαρτυρίες ενός στελέχους της, έφτασε να συμπεριλάβει στα μέλη της το 1876 και τον τότε Μεγάλο Βεζύρη Μιντχάτ Πασά.

Το ελληνικό της σκέλος (ή μάλλον το νόμιμο προσωπείο του) ήταν ο πολιτικός σύλλογος «Ρήγας», που ιδρύθηκε το 1875. Το όνομα δείχνει και την απήχηση που είχαν ακόμα τότε οι πανβαλκανικές ιδέες του Βελεστινλή. Ο σύλλογος είχε σκοπό «τη διά της διαδόσεως των ελευθέρων ιδεών εξυπηρέτησιν των μεγάλων της Ανατολής συμφερόντων», κάνοντας αναφορά και στην ανάγκη ομοσπονδιοποίησης κι αδελφοποίησης των λαών. Μια κεντρική προσωπικότητα ήταν ο Παναγιώτης Πανάς, ριζοσπάστης διανοούμενος από την Κεφαλονιά, επηρεασμένος από δημοκρατικές, σοσιαλιστικές και αναρχικές ιδέες. Ο σύλλογος είχε αισθητή παρουσία στη δημόσια ζωή της χώρας και στα μέλη του μετρούσε βουλευτές και δημοσιογράφους. Πάντως η οργάνωση δεν κατάφερε να επιβιώσει ως σημαντική σταθερή παρουσία στην ελληνική πολιτική σκηνή, κι απ’ ό,τι φαίνεται ούτε και στα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη. Το 1880 ο «Ρήγας» διαλύθηκε. Ο ίδιος ο Πανάς αυτοκτόνησε το 1896 λόγω προσωπικών προβλημάτων.

Η κίνηση αυτή έχει ίσως ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ιδέα ενός κοινού ομόσπονδου κράτους επανέρχεται, ενώ ήδη έχουν δημιουργηθεί ανεξάρτητες ή αυτόνομες οντότητες στα Βαλκάνια κι έχει γίνει αρκετά φανερό ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι σε κρίση. Δεν μιλάμε πλέον, δηλαδή, για επαναστατικό μετασχηματισμό ενός ήδη υπάρχοντος κράτους (όπως ήταν το όραμα του Ρήγα), αλλά για μια νέα σύνθεση. Μπορεί να ερμηνευθεί κι ως μία αντίδραση στις διασπαστικές τάσεις που υπήρχαν τότε στην περιοχή, όχι όμως από συντηρητική αλλά από προοδευτική-ριζοσπαστική οπτική γωνία. Μπορεί να μην κατάφερε ποτέ να ξεφύγει πραγματικά από τον περιθωριακό της ρόλο, είναι πάντως μια ένδειξη ότι αυτή η διάσπαση δεν φαινόταν σε όλους αυτονόητη.

Ανατολική Ομοσπονδία – Λεωνίδας Βούλγαρης (1880)

Με μία μόνο λέξη διαφέρει το όνομα αυτής της κίνησης από την προηγούμενη, ήδη όμως αυτή η διαφορά λέει αρκετά για το χαρακτήρα της. Σε αντίθεση με τη ΔΑΟ, αυτή η πρωτοβουλία βασιζόταν σε άτομα που ανήκαν ή συνδέονταν με τους κρατικούς μηχανισμούς των εθνών-κρατών. Πράγμα που αναγκαστικά σήμαινε ότι κι οι ριζοσπαστικές της δυνατότητες ήταν πολύ μικρότερες, αφού δεν μπορούσαν να συγκρουστούν με τα συμφέροντα των τοπικών εθνικών ελίτ. Δεν είναι άρα περίεργο που η οργάνωση δεν έπαιξε σημαντικό ρόλο και ουσιαστικά διαλύθηκε όταν τα συμφέροντα αυτών των κρατών έγιναν αντικρουόμενα μέσω των αλυτρωτικών επιδιώξεών τους.

Κεντρική προσωπικότητα ήταν ο βουλευτής Λεωνίδας Βούλγαρης. Η οργάνωση ιδρύθηκε το 1884 στην Αθήνα και αρχικός της στόχος ήταν η σύσταση επιτροπών για τη συνεργασία των βαλκανικών λαών, με τελικό στόχο μια βαλκανική ομοσπονδία. Ο ίδιος ο Βούλγαρης φαίνεται ότι έβλεπε τη προσέγγιση με τους άλλους χριστιανικούς λαούς των Βαλκανίων κυρίως σαν συμμαχία εναντίον των Τούρκων. Μάλλον πρέπει δηλαδή να τον δούμε ως πανορθόδοξο παρά πανβαλκανιστή. Μεταξύ άλλων πρότεινε και τη δημιουργία ανεξάρτητου αλβανομακεδονικού κράτους ως μελλοντικό μέλος αυτής της ομοσπονδίας, κάτι που τον έφερε αντιμέτωπο με κατηγορίες ότι εκπροσωπούσε σλαβικά συμφέροντα.

Παρ’ όλα αυτά και μόνο το γεγονός ότι υπήρξε αυτή η πρωτοβουλία, δείχνει ότι η συναίσθηση μιας κοινής μοίρας ήταν συνειδητή ακόμα και σε άτομα που είχαν θέσει τους εαυτούς τους στην υπηρεσία των εθνικών επιδιώξεων.

Ιων Δραγούμης, Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης και το Ανατολικό Ιδανικό

Η περίπτωσή τους είναι ιδιαίτερη, αφού πρόκειται για άτομα που ήταν στην υπηρεσία του ελληνικού κράτους κι είχαν σαν ιδεολογική αφετηρία τον ελληνικό εθνικισμό – τον οποίο ποτέ δεν εγκατέλειψαν ακριβώς. Εξ’ άλλου ο Δραγούμης παραμένει μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς για πολλούς Έλληνες εθνικιστές. Και οι δύο πάντως φαίνεται να έχασαν σταδιακά την πίστη τους στο ελληνικό έθνος-κράτος και να προσανατολίστηκαν στην ιδέα ενός οικουμενικού Ελληνισμού, στα πλαίσια ενός πολυεθνικού κράτους με ισότητα των πολιτών ανεξαρτήτως θρησκείας ή εθνότητας. Αυτό έφερε και την απομάκρυνσή τους από τη Μεγάλη Ιδέα, που εξέφραζε τότε με την πολιτική του κυρίως ο Βενιζέλος. Αν και κίνητρο για την ιδέα ενός μεγάλου Ανατολικού κράτους ήταν σε μεγάλο βαθμό κι ο αντι-σλαβισμός, κυρίως ο φόβος των Βουλγάρων, τουλάχιστον ο Σουλιώτης φαίνεται να προχώρησε τόσο, ώστε να τους αναγνωρίσει κι αυτούς σαν μέρος αυτής της ιδέας.

Ίων Δραγούμης (Πηγή: http://edy.mfa.gr)

Ο Ίων Δραγούμης γεννήθηκε το 1878 στην Αθήνα σε οικογένεια πολιτικών. Εντάχθηκε στο ελληνικό διπλωματικό σώμα και υπηρέτησε σε διάφορες πρεσβείες και προξενεία. Είχε ενεργή εμπλοκή στο Μακεδονικό Αγώνα, που καθόρισε όπως κι η παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη την πολιτική του σκέψη. Απογοητευμένος από την (όπως την έβλεπε ο ίδιος) ανικανότητα του κράτους που υπηρετούσε, να προστατεύσει το ελληνικό έθνος, άρχισε να προσανατολίζεται προς την ιδέα μιας ελληνοτουρκικής ανατολικής ομοσπονδίας, διαδόχου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η ιδεολογία του είχε αντιδυτικά χαρακτηριστικά, ενώ αργότερα άρχισε να προσεγγίζει και σοσιαλιστικές ιδέες. Στη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού εντάχθηκε στο αντιβενιζελικό στρατόπεδο κι έγινε ίσως ο πιο σημαντικός του διανοούμενος. Δολοφονήθηκε στην Αθήνα το 1920 από βενιζελικούς: από τραγική ειρωνεία ενώ ήταν καθ’ οδόν για να δημοσιεύσει άρθρο καταδίκης της απόπειρας δολοφονίας του Βενιζέλου.

Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης (Πηγή: http://www.ascsa.edu.gr)

Λιγότερο ίσως γνωστός από το Δραγούμη είναι ο στενός του φίλος και συνομήλικος Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης από τη Σύρο. Υπηρέτησε ως αξιωματικός του ελληνικού στρατού, με ειδικές αποστολές και στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί ίδρυσε την Οργάνωση Κωνσταντινουπόλεως. Παρά τη θέση του ο Σουλιώτης δεν φαίνεται ότι είχε σε ιδιαίτερη εκτίμηση το ελληνικό κράτος, ενώ ήταν ένθερμος υποστηρικτής μιας ανατολικής ομοσπονδίας, που θα συμπεριελάμβανε τα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία και θα είχε για πυρήνα της μια ελληνοτουρκική συμμαχία. Αυτό του το όραμα φαίνεται ότι επηρέασε πολύ και το φίλο του, Ίωνα Δραγούμη. Και για τους δύο, σημαντικό κίνητρο ήταν μάλλον η επιθυμία απεξάρτησης του ελληνικού έθνους από τη Δύση, αν κι ο Σουλιώτης φαίνεται να ήταν έτοιμος να πάει ένα βήμα πιο μακριά όσον αφορά τη γι’ αυτό απαιτούμενη προσέγγιση με τους λαούς της περιοχής. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ο Σουλιώτης πάντως συνέχισε να υπηρετεί το ελληνικό κράτος από διάφορα πόστα, μέχρι το θάνατό του το 1945.

Στην ιδέα μιας μεγάλης ανατολικής ομοσπονδίας απεξαρτημένης από τη Δύση αναφέρονταν οι δυο τους ως το «Ανατολικό Ιδανικό». Αν και δεν είχαν τελικά καμία επιτυχία στο να το πραγματοποιήσουν, είναι σίγουρα ενδιαφέρον το πώς δύο πρόσωπα στην υπηρεσία του ελληνικού κράτους έφτασαν στο να αποστασιοποιηθούν εν μέρει απ’ αυτό και να κάνουν σκέψεις για μια ομοσπονδία των λαών της περιοχής. Αν και συνέχισαν να βλέπουν αυτή την ένωση και σαν μέσο που θα επέτρεπε την κυριαρχία των Ελλήνων (ως κυρίαρχο πολιτισμικά στοιχείο) σε ολόκληρη την περιοχή, είδαν και το μέλλον του ελληνικού έθνους σαν μέρος μιας μεγαλύτερης κοινότητας λαών.

Ο Αβραάμ Μπεναρόγια και η Φεντερασιόν

Ο Αβραάμ Μπεναρόγια ήταν σεφαρδίτης Εβραίος, γεννημένος το 1887 στο Βιδίνιο της Βουλγαρίας. Αφού σπούδασε κι εργάστηκε και σε άλλες περιοχές της Βαλκανικής, βρέθηκε το 1908 σε μια τυπικά πολυεθνική πόλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τη Θεσσαλονίκη, για να οργανώσει το πρώτο μαζικό σοσιαλιστικό κίνημα στην οθωμανική επικράτεια. Το κίνημα αυτό ονομάστηκε Εργατική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία Θεσσαλονίκης κι έμεινε γνωστό ως Φεντερασιόν («Ομοσπονδία» στα Λαντίνο, γλώσσα των Σεφαρδιτών Εβραίων, συγγενική της ισπανικής). Μάλλον λόγω της ιδέας της ομοσπονδιακής σύνδεσης των διαφορετικών εθνο-θρησκευτικών ομάδων, οι κύριες των οποίων τότε στη Θεσσαλονίκη ήταν οι Εβραίοι, οι Μουσουλμάνοι, οι Έλληνες και οι Βούλγαροι. Σε μια εποχή δηλαδή που οι αναδυόμενοι βαλκανικοί εθνικισμοί κέρδιζαν συνεχώς έδαφος και συγκρούονταν βίαια μεταξύ τους, ειδικά στη Μακεδονία, η Φεντερασιόν προσπάθησε να πάει κόντρα στο ρεύμα.

Αβραάμ Μπεναρόγια (Πηγή: http://www.rizospastis.gr)

Η Φεντερασιόν είχε θεωρητικά το στόχο να εκπροσωπήσει ολόκληρη την εργατική τάξη ανεξαρτήτως θρησκείας και εθνότητας. Στην πράξη όμως Έλληνες και Μουσουλμάνοι είχαν μικρή συμμετοχή, ενώ οι περισσότεροι Βούλγαροι αποχώρησαν μετά απο μια εσωτερική διάσπαση. Έτσι η Φεντερασιόν έγινε σταδιακά μια σχεδόν καθαρά εβραϊκή οργάνωση, πράγμα που εκφράστηκε κι από την εφημερίδα της, που από τετράγλωσση κατέληξε να εκδίδεται μόνο στα Λαντίνο. Οργάνωσε εργατικούς αγώνες και διώχθηκε από το καθεστώς των Νεότουρκων.

Με την ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης στο ελληνικό κράτος, η Φεντερασιόν προσπάθησε να συμμετάσχει στο ελληνικό πολιτικό σύστημα και κατάφερε μάλιστα το 1915 να εκλέξει και δύο βουλευτές. Ακόμα και μετά τη διάσπαση της Μακεδονίας ανάμεσα στα έθνη-κράτη, συνέχισε να πρεσβεύει την ομοσπονδιακή μετεξέλιξη της Βαλκανικής, στα πλαίσια ενός σοσιαλιστικού πολιτικού προγράμματος. Η οργάνωση ενσωματώθηκε στο ΣΕΚΕ, το οποίο με τη σειρά του ήταν ο πρόγονος του ΚΚΕ. Ο ίδιος ο Μπεναρόγια, διαγράφηκε από το ΣΕΚΕ/ΚΚΕ το 1924, συνεχίζοντας πάντως να παίζει σημαντικό ρόλο στο ελληνικό εργατικό κίνημα (ήταν μέσα στους πρωτεργάτες της ίδρυσης της ΓΣΕΕ) και την Αριστερά. Επιβίωσε από τα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και το 1953 μετανάστευσε στο Ισραήλ, όπου και πέθανε το 1979.

Η Φεντερασιόν έχει επίσης ιδιαίτερη σημασία για την ιστορία του πανβαλκανισμού στην Ελλάδα, μια και πρώτη φορά εμφανίζεται σοσιαλιστική πολιτική οργάνωση με κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, η οποία είχε το στόχο της Βαλκανικής Ομοσπονδίας στο πρόγραμμά της. Η προοπτική μιας Βαλκανικής Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας συνέχισε να συζητιέται σοβαρά από τους Βαλκάνιους κομμουνιστές για ακόμα μερικές δεκαετίες.


Αυτά ήταν μερικά παραδείγματα, που δείχνουν την έλξη που ασκούσαν οι πανβαλκανικές ιδέες τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Οι ιδεολογικές αφετηρίες από τις οποίες ξεκίνησαν αυτά τα πρόσωπα ήταν πολύ διαφορετικές: από το μουσουλμανικό σουφισμό (Μπεντρεντίν) μέχρι τον προοδευτικό ριζοσπαστισμό (Ρήγας, Πανάς) κι από τον ελληνικό εθνικισμό αντι-τουρκικής (Βούλγαρης) ή αντι-σλαβικής απόχρωσης (Δραγούμης, Σουλιώτης) μέχρι το μαρξιστικό σοσιαλισμό (Μπεναρόγια). Κι όμως κατέληξαν σ’ ένα αρκετά παρόμοιο όραμα για το μέλλον της περιοχής.

Πάντως, τα τότε ακόμα νεοσύστατα κι ασταθή έθνη-κράτη ρίζωσαν και σταθεροποιήθηκαν στη συνέχεια όλο και πιο πολύ, σε σημείο που να μας είναι σήμερα πολύ δύσκολο να φανταστούμε την πραγματικότητα της περιοχής χωρίς αυτά. Αυτό έφερε και τη σταδιακή υποχώρηση τέτοιων ενωτικών ιδεών.

Σ’ αυτό βοήθησε και η γεωπολιτική πολυδιάσπαση που ακολούθησε με τον Ψυχρό Πόλεμο, που στα Βαλκάνια ήταν ίσως μεγαλύτερη από κάθε άλλη γεωγραφική περιοχή της Γης. Η Ελλάδα κι η Τουρκία εντάχθηκαν στο δυτικό στρατόπεδο και στο ΝΑΤΟ, με τις μεταξύ τους σχέσεις όμως να επιδεινώνονται λόγω του Κυπριακού. Η ίδια η Κύπρος προτίμησε να ακολουθήσει άλλο δρόμο και να γίνει μέλος στο Κίνημα των Αδεσμεύτων. Η Γιουγκοσλαβία διαχώρισε νωρίς τη θέση της από το Ανατολικό Μπλοκ, απομακρύνθηκε από την ΕΣΣΔ κι ακολούθησε ουδετεριστική πολιτική, εντασσόμενη κι αυτή στο Κίνημα των Αδεσμεύτων. Η Αλβανία αποξενώθηκε κι αυτή από την ΕΣΣΔ μετά την αποσταλινοποίηση του Χρουστσόφ, για να προσδεθεί στην Κίνα του Μάο – μετά την επικράτηση των μεταρρυθμιστών και στη Κίνα, η Αλβανία διέκοψε και μ’ αυτήν τις σχέσεις τις, για να οδηγηθεί στην απόλυτη απομόνωση, σχεδόν μοναδική περίπτωση στον κόσμο. Η Βουλγαρία έγινε μέλος του Συμφώνου της Βαρσοβίας και προσδέθηκε στενά στο άρμα της ΕΣΣΔ, σε σημείο που να αποκαλείται η «16η δημοκρατία». Ενώ αντίθετα η Ρουμανία αποστασιοποιήθηκε κάπως από τους Σοβιετικούς επί Τσαουσέσκου κι ακολούθησε πιο αυτόνομη πορεία.

Ακόμα και με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, αντί να γίνει μια επαναπροσέγγιση των χωρών της περιοχής, αυτή φάνηκε να διασπάται ακόμα παραπάνω, με τους πολέμους στη Γιουγκοσλαβία – όπου οι υπόλοιπες βαλκανικές χώρες υποστήριξαν διαφορετικές πλευρές. Αυτονομιστικές και αλυτρωτικές τάσεις ξαναζωντάνεψαν σε διάφορες χώρες. Η μοναδική ενωτική τάση φαίνεται να είναι αυτή της ένταξης στην Ε.Ε. Κι αυτή όμως είναι πολύ προβληματική, μια και γίνεται από την κάθε χώρα ξεχωριστά σε διαπραγμάτευση με τις κεντρικές χώρες της Ευρώπης, με σχεδόν καθαρά οικονομικά κίνητρα και χωρίς να υπάρχουν πραγματικά στοιχεία κοινής ταυτότητας – ενώ κάποιες χώρες (κυρίως η Τουρκία) είναι πολύ αμφίβολο αν θα καταφέρουν ποτέ να ενταχθούν. Επίσης, το παγκόσμιο κλίμα των «πολιτισμικών συγκρούσεων» (βλέπε Σάμιουελ Χάντιγκτον) απειλεί να φέρει ακόμα περισσότερες δυσκολίες σε μια εντελώς πολυθρησκευτική περιοχή.

Όλα αυτά οδήγησαν σε μια κατάσταση, που ο κάθε λαός των Βαλκανίων φαντάζεται τις γειτονικές του χώρες περίπου σαν έναν άλλο κόσμο – ιδιαίτερα οι Έλληνες, θα έλεγα. Σ’ αυτό το περιβάλλον, οι ιδέες του Μπεντρεντίν, του Ρήγα, του Πανά, του Σουλιώτη και του Μπεναρόγια μπορεί να ακούγονται εξωπραγματικές. Αξίζει ίσως όμως να τις μελετήσουμε λίγο, αν δεν θέλουμε το μέλλον της περιοχής να είναι το ίδιο ή χειρότερο από το παρόν.


Βιβλιογραφία:

  • Πασχάλης Κιτρομηλίδης: Ρήγας Βελεστινλής – Οι ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας (Τα Νέα).
  • Δημήτρης Κιτσίκης: Συγκριτική ιστορία Ελλάδος και Τουρκίας στον 20ο αιώνα.
  • Ioannis Zelepos (2002): Die Ethnisierung griechischer Identität 1870-1912: Staat und private Akteure vor dem Hintergrund der «Megali Idea».
  • Σταυροπούλου ΕρασμίαΛουίζα (1985): Παναγιώτης Πανάς (1832-1896). Ένας ριζοσπάστης ρομαντικός.
  • Γιώργος Καραμπελιάς (1998): Η αριστερά και το ανατολικό ζήτημα.
  • Ίων Δραγούμης (1912): Όσοι Ζωντανοί.
  • Loukianos Hassiotis: The Ideal of Balkan Unity from a European Perspective (1789–1945).
  • Ζαχ. Ν. Τσιρπανλής: Οι Έλληνες και η Επανάσταση του 1875 στη Βοσνία και στην Ερζεγοβίνη.
  • Βάσιας Τσοκόπουλος: Μπεναρόγια -Ο «κόκκινος Αβραάμ» της Φεντερασιόν (σύνδεσμος)
  • Πέτρος Πετράτος: Το όραμα της Βαλκανικής Ομοσπονδίας και ο Παναγιώτης Πανάς (σύνδεσμος)
  • Spyros Marchetos (2009): Avraam Benaroya and the Impossible Reform (σύνδεσμος)
  • http://ngnm.vrahokipos.net/index.php/part01?showall=&start=16

Ντανιελ Καν: μια ιδιαίτερη εβραϊκή φωνή

Κλασσικό

Το θέμα αυτού του άρθρου είναι ένας από τους πιο ενδιαφέροντες σύγχρονους τραγουδοποιούς, ο οποίος είναι μάλλον άγνωστος στο ελληνόφωνο κοινό. Μπορεί να μην υπάρχει κάποια άμεση σχέση με την Ανατολική Μεσόγειο, θα μπορούσε όμως κάποιος να ισχυριστεί ότι υπάρχει μια έμμεση σύνδεση, αφού ο Καν αναφέρεται στα τραγούδια του πολύ στην εβραϊκή ταυτότητα και κατ’ επέκταση συχνά και στο θέμα του σιωνισμού.

Ο Ντάνιελ Καν είναι Εβραίος Ασκενάζι, γεννημένος στο Ντιτρόιτ των ΗΠΑ. Το συγκρότημά του Painted Bird έχει όμως την έδρα του στο Βερολίνο – κάτι που μοιάζει να έχει μην είναι τυχαίο.  Η μουσική παράδοση στην οποία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό είναι τα κλέζμερ: τραγούδια των Εβραίων Ασκενάζι της Ανατολικής Ευρώπης. Συνεργάζεται με συγκροτήματα από το Ισραήλ αλλά και με Εβραίους της Ρωσίας, όπως ο Ψόυ Κορολένκο. Μια τέτοια συνεργασία  είναι η  «Unternationale» (ας πούμε η Υποεθνής): ο τίτλος είναι από μόνος του χαρακτηριστικός για τον τρόπο σκέψης του Καν.

Ένα τραγούδι πολύ ενδεικτικό για το πνεύμα αυτής της συνεργασίας (και ίσως ένα από το πιο δυνατά τραγούδια που έχει γράψει ο Καν) είναι το «Dumay!  Think!  Думай!». Εδώ ο Καν παίζει με τον παραδοσιακό εβραϊκό θρησκευτικό σκοπό «Ντουνάι» και τη ρώσικη λέξη «Ντουμάι» που σημαίνει «Σκέψου». Το τραγούδι ξεκινάει με λίγες φράσεις στα εβραϊκά, συνεχίζεται με στίχους στα γίντις*, στα αγγλικά και στα ρώσικα, για να τελειώσει πάλι στα γίντις. Αναφέρεται στο σιωνισμό και το κράτος του Ισραήλ, χωρίς να παίρνει ξεκάθαρη θέση. Ο Καν έχει πει ότι αυτό το τραγούδι πετάει με δύο φτερά, ένα αριστερό κι ένα δεξιό – προφανώς εννοεί ότι θα μπορούσε κάποιος να το ερμηνεύσει και ως αντισιωνιστικό και ως σιωνιστικό. Αυτός ο διφορούμενος χαρακτήρας των στίχων δίνει ίσως και το βαθύτερο μήνυμα του τραγουδιού.

Άλλο τραγούδι από την ίδια συνεργασία είναι το «Ekh Lyuli Lyuli – Эх Люли Люли». Το βασικό κείμενο είναι στα γίντις και πρόκειται για ένα παλιό τραγούδι των Εβραίων της Ρωσίας που είχαν καταταχθεί στο στρατό του Τσάρου. Ενσωματώνεται όμως και μια απαγγελία του Ψόυ Κορολένκο στα ρώσικα, με πιο σύγχρονες πολιτικές αναφορές (τη μετάφραση των στίχων στα αγγλικά μπορεί κάποιος να τη διαβάσει εδώ).

Ένα καθαρά αντισιωνιστικό τραγούδι είναι το «Oy Ir Narishe Tsienistn – Oh You Foolish Little Zionists». Πρόκειται για παλιό εβραϊκό τραγούδι από τη σοβιετική περίοδο, που προφανώς εκφράζει και την κρατική πολιτική της εποχής. Ο Καν και ο Κορολένκο το τραγουδάνε στα γίντις, στα αγγλικά και στα ρώσικα. Το συμπεριλαμβάνουν στην Unternationale μαζί με σιωνιστικά τραγούδια, μάλλον για να δείξουν την ποικιλία απόψεων που υπήρχε μέσα στις εβραϊκές κοινότητες σχετικά με αυτό το θέμα.

Λιγότερο σχετικό με την εβραϊκότητα, αλλά ιδιαίτερα συγκινητικό για όποιον έχει ζήσει στο Βερολίνο στη χρονική περίοδο μετά την πτώση του Τείχους, είναι το τραγούδι «Good old bad old days». Ο ίδιος ο Καν το περιγράφει σαν μια «οσταλγική μπαλάντα για το Βερολίνο, για τη χαμένη αγάπη ανάμεσα στον κόσμο και το σοσιαλισμό» («οσταλγία» είναι ο όρος που χρησιμοποιείται στη Γερμανία για να περιγράψει τη νοσταλγία των Ανατολικογερμανών για την εποχή πριν την πτώση του Τείχους). Ο Καν πάντως κάνει και μια μικρή αναφορά στο εβραϊκό παρελθόν, που αν την έκανε κάποιος μη Εβραίος μάλλον θα τη θεωρούσαν προκλητική: so don’t look for a final solution here in Berlin, for capitalist prostitution it comes from within.

Πολύ επίκαιρο είναι το τραγούδι «Inner Emigration», το οποίο περιέχει και μια μικρή αναφορά στην Κύπρο. ‘Οπως συνηθίζει, ο Καν χρησιμοποιεί αποσπάσματα του εβραϊκού πολιτισμού και της εβραϊκής ζωής για να κάνει παναθρώπινες αναφορές. Το τραγούδι διηγείται 3 ιστορίες: η πρώτη για ένα ζευγάρι Εβραίων στη Γερμανία την εποχή της ανόδου του Χίτλερ, η δεύτερη για έναν Εβραίο της Ουκρανίας που ετοιμάζεται να μεταναστεύσει στο Ισραήλ και η τρίτη για μια Εβραία του Ισραήλ που ερωτεύεται και παντρεύεται έναν Παλαιστίνιο. Ο Καν παίζει εδώ πάλι με τα αγαπημένα του θέματα της ταυτότητας και της μετανάστευσης.

Το τραγούδι «March of The Jobless Corps» είναι η αγγλική διασκευή ενός παλιού τραγουδιού στα γίντις σχετικά με την ανεργία την εποχή του οικονομικού κραχ στη Γερμανία. Ο Καν θέλει μάλλον μ’ αυτό να κάνει τη σύνδεση με την οικονομική κρίση του 2008 και την ανεργία που αυτή δημιούργησε. Στο βιντεοκλίπ χρησιμοποιεί πολλά εβραϊκά σύμβολα, μάλλον ως αναφορά στην εβραϊκή εργατική τάξη του μεσοπολέμου.

Από το ρεπερτόριο του Ντάνιελ Καν δεν λείπει και η διασκευή ενός ελληνικού τραγουδιού, του «Ολαρία Ολαρά» του Διονύση Σαββόπουλου.

Τελειώνω με το τραγούδι «The Jew In You», όπου ο Καν εκφράζει διάφορες σκέψεις σχετικά με τη σύγχρονη εβραϊκή ταυτότητα και τις πανανθρώπινες προεκτάσεις τις. Μάλλον ένα από τα πιο εμπνευσμένα που έχει γράψει.


*γίντις (Jiddisch): η γλώσσα που μιλούσαν οι Εβραίοι Ασκενάζι στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη. Αν και η ίδια η λέξη σημαίνει «Εβραϊκά», η γλώσσα είναι πολύ συγγενική με τα γερμανικά, με σλαβικές και σημιτικές επιρροές.

Το Eπος του Σεϊχη Μπεντρεντιν

Εικόνα

Ο Ναζίμ Χικμέτ έγραψε το ομώνυμο ποίημα όταν ήταν ακόμα στη φυλακή. Mελοποιήθηκε στη συνέχεια από γνωστούς Τούρκους συνθέτες, όπως ο Ζουλφού Λιβανελί:

Το ποίημα μεταφράστηκε και στα ελληνικά από το Γιάννη Ρίτσο, και τμήμα του μελοποιήθηκε από το Θάνο Μικρούτσικο, ως μέρος του δίσκου «Πολιτικά Τραγούδια»:

Ποιός ήταν όμως αυτός ο σεΐχης, που έφτασε να γίνει σύμβολο της σύχρονης τούρκικης Αριστεράς, αν και έζησε τον 14ο και 15ο αιώνα; Και γιατί να υπάρχει κι ελληνικό ενδιαφέρον γι’ αυτόν;

Ο Μπεντρεντίν γεννήθηκε στη Θράκη μάλλον το 1359, από πατέρα Τούρκο γαζή (πολεμιστή) κι από μητέρα χριστιανή Ελληνίδα, που εξισλαμίστηκε μετά το γάμο. Λέγεται ότι αυτή η (ας πούμε) πολυπολιτισμική καταγωγή επηρέασε και τη φιλοσοφία του.  Έζησε σε μια εποχή έντονης πολιτικής ρευστότητας, όπου η Οθωμανική Αυτοκρατορία ακόμα δεν είχε καθιερωθεί οριστικά ως ο αναμφισβήτητος κυρίαρχος της περιοχής. Ακολούθησε κυρίως (αλλά όχι μόνο) ισλαμική θρησκευτική-νομική εκπαίδευση σε διάφορες πόλεις της Ανατολικής Μεσογείου (Αδριανούπολη, Προύσα, Ικόνιο, Κάιρο κ.ά.). Σεΐχης έγινε όταν ανέλαβε για μικρό χρονικό διάστημα την ηγεσία σουφιστικού θρησκευτικού τάγματος. Στη συνέχεια διορίστηκε καζασκέρης (δηλαδή στρατιωτικός δικαστής) στο στρατό του Οθωμανού πρίγκηπα Μούσα Τσελεμπί. Μετά την ήττα του τελευταίου από τον αδελφό του Μεχμέτ Τσελεμπί, ο Μπεντρεντίν εξορίστηκε στη Νίκαια.

Μέσω της πολύπλευρης μόρφωσής του, ανέπτυξε μια δική του φιλοσοφία με πολιτικές προεκτάσεις. Μέρη της ήταν η ισότητα και ενότητα των θρησκειών, η αιωνιότητα του Σύμπαντος και η μη ανάσταση του σώματος – ιδέες όχι και πολύ συμβατές με την ισλαμική ή χριστιανική ορθοδοξία. Υπήρχαν ακόμα και στοιχεία που ερμηνεύθηκαν ως απόρριψη της ατομικής ιδιοκτησίας (“μοιραστείτε τα όλα εκτός από τα χείλη των αγαπημένων σας”, είναι η φράση που χαρακτήριζε τη διδασκαλία του Μπορκλουτζέ Μουσταφά, μαθητή του Μπεντρεντίν). Απέκτησε οπαδούς από διάφορα κοινωνικά στρώματα (στρατιώτες, ντερβίσηδες, αγρότες, αλλά και αλλόθρησκους, όπως Χριστιανούς κι Εβραίους) και οργάνωσε κίνημα ενάντια στην οθωμανική εξουσία. Η εξέγερση ξέσπασε το 1416 στη Δυτική Μικρά Ασία υπό τους μαθητές του Μπορκλουτζέ Μουσταφά και Τορλάκ Κεμάλ, αλλά και στην περιοχή της βορειοανατολικής Βουλγαρίας, όπου εν τω μεταξύ είχε καταφύγει ο Μπεντρεντίν. Το κίνημα ηττήθηκε με τη συντριβή στη χερσόνησο του Καραμπουρούν και ο ίδιος ο Μπεντρεντίν συνελήφθηκε κι εκτελέστηκε.

Ο μύθος γύρω απ’ αυτόν λέει ότι η γνώση του στον ισλαμικό νόμο ήταν τόσο βαθιά, που στάθηκε αδύνατο στους δικαστές να στοιχειοθετήσουν κατηγορίες εναντίον του, μέχρι που δέχτηκε ο ίδιος να υπογράψει τη θανατική του καταδίκη. Θάφτηκε στις Σέρρες κι ο τάφος του έγινε τόπος προσκυνήματος. Σχετικά πρόσφατα τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη.

Οι οπαδοί του Μπεντρεντίν επέζησαν ως ομάδα για μερικούς αιώνες ακόμα στα ανατολικά Βαλκάνια, όπου το οθωμανικό καθεστώς τους αντιμετώπιζε περίπου σαν Αλεβίτες – και με την ανάλογη καχυποψία. Η εξέγερση του Μπεντρεντίν είναι εξ’ άλλου χαρακτηριστική για τη σχέση ανάμεσα στο θρησκευτικό μυστικισμό και τα λαϊκά κινήματα της εποχής, που αποτέλεσε και τη βάση για τη μελλοντική εξέλιξη των Αλεβιτών ως ξεχωριστή ομάδα (βλέπε και το σχετικό άρθρο).

Πολλούς αιώνες μετά το θάνατό του ο Μπεντρεντίν έγινε και σύμβολο της τούρκικης Αριστεράς, που είδε στο πρόσωπό του μια πρώιμη ντόπια έκφραση σοσιαλιστικών ιδεών. Σίγουρα σ’ αυτό έπαιξε ρόλο και το στοιχείο της κοινής δράσης ανθρώπων από όλες τις θρησκευτικές ομάδες για την ανατροπή μιας καταπιεστικής εξουσίας. Κάποιοι βλέπουν στη φιλοσοφία του, που είχε επιρροές από τον μουσουλμανικό σουφισμό μέχρι τον Πλάτωνα, κάτι που θα μπορούσε να ήταν η βάση για έναν Διαφωτισμό στην περιοχή, πολύ πριν τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό.

Όπως και να είναι η πραγματικότητα, η εξέγερση του Μπεντρεντίν και πολλά άλλα παρόμοια κινήματα δείχνουν μια πνευματική και πολιτική γονιμότητα που υπήρχε εκείνη την εποχή στη Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια. Κάτι που σημαίνει ότι η εικόνα που έχουμε για εκείνη την περίοδο ίσως να μην είναι πλήρης. Ειδικά εμείς στην Ελλάδα ή στην Κύπρο τη βλέπουμε κυρίως σαν εποχή παρακμής, μια κι επικεντρωνόμαστε στην κατάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο Σεΐχης Μπεντρεντίν είναι όμως μέρος και της δικής μας Ιστορίας. Ίσως έχει φτάσει ο καιρός για να εκτιμήσουμε κάποια τμήματα του παρελθόντος μας, που η εθνικιστικά προσανατολισμένη ιστοριογραφία δεν μας άφησε να δούμε.

Βιβλιογραφία:

  • Κολοβός, Ηλίας (2010): «Του Μπεντρεντίν τα παλικάρια» στην οθωμανική και τη σύγχρονη τούρκικη ιστορία.
  • Ιναλτζίκ, Χαλίλ (1973): Η Οθωμανική Αυτοκρατορία – Η κλασική εποχή, 1300-1600.
  • Göçmen, Doğan: Scheich Bedreddin – Der freidenkerische Philosoph und Revolutionär aus dem Morgenland.
  • http://www.serrelib.gr/arthra.php?id=41

Το γιουγκοσλαβικο ’68

Κλασσικό

Τον Ιούνη του 1968, πολύ λίγο δηλαδή μετά τον Παρισινό Μάη και την Άνοιξη της Πράγας, ένα «περίεργο» φοιτητικό κίνημα ξεκινάει στο Βελιγράδι. Το Βελιγράδι ήταν τότε η πρωτεύουσα της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας: ενός κράτους δηλαδή που έβλεπε τον εαυτό του σαν εκπρόσωπο της εργατικής τάξης κι επίσημα είχε σαν τελικό στόχο μια αταξική κοινωνία.

Τί ήταν το περίεργο σ’ αυτό το κίνημα; Το ότι πολλά από τα αιτήματά του ήταν αυτά που κάποιος θα περίμενε ότι σ’ ένα σοσιαλιστικό σύστημα είναι δεδομένα. Οι φοιτητές του Βελιγραδίου δεν ζητούσαν μόνο περισσότερη ελευθερία και αυτο-οργάνωση, αλλά διαμαρτύρονταν και για την αυξανόμενη ανισοκατανομή του πλούτου στη γιουγκοσλαβική κοινωνία, για το πρόβλημα της ανεργίας, για την αύξηση της ατομικής ιδιοκτησίας. Τα συνθήματα που ακούγονταν ήταν «Οι φοιτητές με τους εργάτες», «Είμαστε παιδιά των εργατών», «Κάτω η σοσιαλιστική μπουρζουαζία». Οι φοιτητές ζητούσαν δηλαδή αυτά που υποτίθεται ότι ήδη είχαν – όπως τουλάχιστον κάποιος από το εξωτερικό θα θεωρούσε αυτονόητο σ’ ένα σοσιαλιστικό κράτος.

Για να κατανοήσουμε αυτό το φαινόμενο, πρέπει φυσικά να καταλάβουμε ότι η Γιουγκοσλαβία την εποχή του Ψυχρού Πολέμου αποτελούσε ειδική περίπτωση. Αν και διοικούμενη από Κομμουνιστές κι επίσημα σοσιαλιστική, δεν ανήκε στο Ανατολικό Μπλοκ, αλλά στο Κίνημα των Αδεσμεύτων, ενώ είχε καλές σχέσεις και με τη Δύση. Τα σύνορα της με τις δυτικές χώρες ήταν ανοικτά: πολλοί Γιουγκοσλάβοι είχαν πάει στη Δυτική Γερμανία ή σε άλλες χώρες για να εργαστούν (όπως και πολλοί Έλληνες και Τούρκοι την ίδια εποχή), ενώ άλλοι πήγαιναν να σπουδάσουν σε δυτικά πανεπιστήμια. Επίσης την εποχή για την οποία μιλάμε (δεκαετία του ’60) το γιουγκοσλαβικό σύστημα είχε «ανοίξει» και οικονομικά: είχαν γίνει μεταρρυθμίσεις σε καπιταλιστική κατεύθυνση, με αποτέλεσμα να ενταθούν τα προβλήματα για τα οποία διαμαρτύρονταν οι φοιτητές (ανισοκατανομή, ανεργία, ατομική ιδιοκτησία κτλ).

Αντί λοιπόν να ζητήσουν περισσότερο άνοιγμα στην κατεύθυνση του δυτικού οικονομικού και κοινωνικού συστήματος, οι Γιουγκοσλάβοι φοιτητές, που είχαν επαφές και με τα δυτικά φοιτητικά κινήματα της εποχής και ήξεραν τα δικά τους αιτήματα, ζητούσαν αλλαγές σε μια πιο σοσιαλιστική κατεύθυνση. Επίσης αντί να δίνουν έμφαση στα εθνοτικά θέματα και να ζητούν περισσότερη αυτονομία για τις γιουγκοσλαβικές εθνότητες, ήθελαν αυτές να έρθουν πιο κοντά και τόνιζαν τη γιουγκοσλαβική ενότητα. Σύντομα το κίνημα εξαπλώθηκε και στα άλλα γιουγκοσλαβικά κρατίδια: στο Ζάγκρεμπ, στη Λιουμπλιάνα και στο Σαράγεβο. Σαν σύμβολα τους είχαν εικόνες του Μαρξ και του Τίτο – του τελευταίου όμως με τη στρατιωτική στολή που φορούσε όταν ήταν νέος και αρχηγός της Αντίστασης, πράγμα που είχε φυσικά το μήνυμά του. Στις συγκεντρώσεις τους τραγουδούσαν το γιουγκοσλαβικό εθνικό ύμνο, κι όταν τους ρωτούσαν, ποιό είναι το πρόγραμμα τους, απαντούσαν «Το Σύνταγμα της Γιουγκοσλαβίας»: σαν να έλεγαν, αυτό που ζητάμε είναι να εφαρμοστεί.

Ο Τίτο και η γιουγκοσλαβική άρχουσα τάξη αρχικά μάλλον σάστισαν μ’ αυτό το κίνημα, που χρησιμοποιούσε τα δικά τους σύμβολα και μιλούσε τη δική τους γλώσσα – αλλά με έναν πολύ πιο ριζοσπαστικό και ελευθεριακό τρόπο. Μπορεί να περίμεναν μια εξέγερση από τα «δεξιά», με καπιταλιστικά και εθνικιστικά αιτήματα, αλλά όχι μια τόσο έντονη κριτική από τα αριστερά. Πάντως στο τέλος δεν δίστασαν να το καταστείλουν: οι ηγέτες του κινήματος συνελήφθησαν και τα όργανά του απαγορεύτηκαν.

Μετά από λίγα χρόνια ακολούθησε η «Κροατική Άνοιξη», ένα κίνημα με σαφώς πιο εθνικό προσανατολισμό πλέον. Στα επόμενα χρόνια ο εθνικισμός και ο καπιταλισμός επικράτησαν ιδεολογικά σε όλη τη Γιουγκοσλαβία – με τα τραγικά αποτελέσματα που είδαμε τη δεκαετία του ’90 και ακόμα βλέπουμε σήμερα. Είναι καλό όμως ίσως να θυμόμαστε ότι μια εποχή αυτή η κατάληξη δεν φαινότανε σε όλους αυτονόητη.


(Αυτό το κείμενο το έγραψα βασιζόμενος κυρίως σε διαλέξεις και ομιλίες που άκουσα για το θέμα στο Βερολίνο, εν μέρει από πρόσωπα που είχαν και οι ίδιοι συμμετάσχει στο συγκεκριμένο κίνημα. Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε και είναι φυσικό κάποια στοιχεία να μην τα έχω μεταφέρει εντελώς σωστά. Πιστεύω πάντως πως το γενικό πνεύμα ήταν αυτό που περιέγραψα.)

Χρήσιμα links:

http://theanarchistlibrary.org/library/fredy-perlman-birth-of-a-revolutionary-movement-in-yugoslavia