Ιδεολογια στον αραβικο χωρο – 3: Τοπικοί Εθνικισμοί

Κλασσικό

Εκτός από τις ιδεολογίες που ζητούσαν την ενοποίηση, βασισμένη είτε στη γλώσσα (παναραβισμός), είτε στη θρησκεία (ισλαμισμός), είτε στην κοινωνική τάξη (μαρξισμός), στον αραβικό χώρο υπήρξαν και αυτές που αποδέχτηκαν λίγο πολύ τα σύνορα που χάραξαν οι αποικιοκρατικές δυνάμεις – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ήρθαν σε σύγκρουση με αυτές.

Τέτοιες ιδεολογίες ήταν π.χ. ο τυνησιακός, ο αιγυπτιακός και ο λιβανέζικος εθνικισμός. Σε κάποιες απ’ αυτές τις περιπτώσεις, τα αποικιοκρατικά σύνορα δεν ήταν εντελώς τεχνητά, αφού βασίζονταν σε γεωγραφικές και ιστορικές πραγματικότητες (π.χ. Μαρόκο, Αίγυπτος). Σε άλλες περιπτώσεις, ο εθνικισμός βασίστηκε μεν στη κοινή γεωγραφία, αλλά όχι στη βάση των αποικιοκρατικών συνόρων, τα οποία ήθελε επίσης να υπερβεί, π.χ. ο συριακός εθνικισμός. Επίσης, οι τοπικοί εθνικισμοί δεν ήταν πάντα εντελώς ανταγωνιστικοί με τον αραβικό, αφού μπορεί να θεωρούσαν το έθνος τους ως μια υποδιαίρεση του ευρύτερου αραβικού έθνους.

Αιγυπτιακός εθνικισμός

Η Αίγυπτος είναι με διαφορά το μεγαλύτερο σε πληθυσμό αραβικό κράτος. Επίσης έχει μια ιδιαίτερη ιστορία ως αποτέλεσμα μιας επίσης εντελώς ιδιαίτερης γεωγραφίας. Δεν είναι άρα περίεργο που υπάρχει μια δυνατή αιγυπτιακή τοπική ταυτότητα. Η Αίγυπτος μάλλον δεν μπορεί να θεωρηθεί «τεχνητό» αποικιογενές κράτος όπως άλλα στην περιοχή.

Η Αίγυπτος είναι κυριολεκτικά η χώρα του Νείλου, του ποταμού που μετέτρεψε μια περιοχή που κανονικά θα έπρεπε να ήταν έρημος σε μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες του πλανήτη. Πηγή εικόνας

Η Κοιλάδα του Νείλου, όπως φαίνεται μέσα από την έρημο στην τοποθεσία Σακάρα, νότια του Καΐρου. Σ’ αυτήν τη στενή λωρίδα γης στριμώχνονται οι γεωργικές, οικοδομικές και βιομηχανικές δραστηριότητες.

Το ότι άρα η πρώτη σύγχρονη ιδεολογία που επικράτησε στην Αίγυπτο δεν ήταν ο ισλαμισμός ή ο παναραβισμός, αλλά ο αιγυπτιακός εθνικισμός, δεν είναι περίεργο – ούτε φυσικά το ότι σ’ αυτόν καταφεύγει και το τωρινό αιγυπτιακό καθεστώς για να καλύψει κάπως το ιδεολογικό του κενό.

Όπως άλλοι εθνικισμοί στον «τρίτο κόσμο», έτσι και ο αιγυπτιακός γεννήθηκε μέσα από την πάλη ενάντια στην αποικιοκρατία. Τουλάχιστον σ’ αυτό το στάδιο, ο αιγυπτιακός εθνικισμός φαίνεται ότι ήταν πιο ελκυστικός στις μάζες από τον παναραβικό. Σημαντικός εκπρόσωπός του θεωρείται ο Σαάντ Ζαγκλούλ, που ήταν και ο πρώτος εκλεγμένος πρωθυπουργός της Αιγύπτου ως (τυπικά) ανεξάρτητου κράτους.

Ο Σαάντ Ζαγκλούλ (1857-1927) ήταν αγροτικής καταγωγής, κάτι που στήριξε την εικόνα «παιδιού του λαού» και τον βοήθησε να κερδίσει τις μάζες.
Πηγή εικόνας

Τα στοιχεία του αιγυπτιακού εθνικισμού ήταν (και μάλλον ακόμα είναι), εκτός φυσικά από την ιδέα της αιγυπτιακής ιδιαιτερότητας, η ενότητα και ισοτιμία Μουσουλμάνων και Χριστιανών, η εκτίμηση στην αιγυπτιακή διάλεκτο και στο αρχαίο αιγυπτιακό παρελθόν. Επίσης συνδέθηκε και με τη φιλελεύθερη και εκσυγχρονιστική κατεύθυνση του Ζαγκλούλ και του κόμματός του, Αλ Γουάφντ. Το τελευταίο ακόμα παίζει ρόλο στην πολιτική ζωή της Αιγύπτου.

Το σύμβολο του Αλ Γουάφντ: το μισοφέγγαρο και ο σταυρός συμβολίζουν την ενότητα Χριστιανών και Μουσουλμάνων.
Πηγή εικόνας

Η απομάκρυνση από την ιδέα του παναραβισμού μετά τον Νάσερ (στην οποία έπαιξε ρόλο και η συντριβή του ’67, κατά την οποία η Αίγυπτος έχασε τη χερσόνησο του Σινά) βοήθησε και στην επιστροφή του αιγυπτιακού εθνικισμού. Αυτό μάλλον υποστηρίχτηκε και από τις ελίτ, γιατί βοηθούσε όχι μόνο στην εκτόνωση της αυξανόμενης έντασης μεταξύ Κοπτών και Μουσουλμάνων, αλλά και τη σταθερότητα του κράτους – και μαζί του, και του πολιτικο-στρατιωτικού κατεστημένου. Κατά κάποιον τρόπο εξελίχθηκε δηλαδή και σε συντηρητική ιδεολογία. Η Πλατεία Ταχρίρ έδειξε όμως τουλάχιστον στιγμιαία και το επαναστατικό της δυναμικό.

Διαδηλωτές στην πλατεία Ταχρίρ ποζάρουν με την αιγυπτιακή σημαία πάνω σε αστυνομικό όχημα που κατέλαβαν.

Λιβανέζικος εθνικισμός

Ο λιβανέζικος εθνικισμός έχει τουλάχιστον ένα σημαντικό κοινό με τον αιγυπτιακό. Και στις δύο χώρες υπάρχουν κάτι σαν «εθνικές» εκκλησίες (Κόπτες στην Αίγυπτο, Μαρωνίτες στο Λίβανο) που τα μέλη τους, αν και αραβόφωνα, συχνά απορρίπτουν την αραβικότητά τους και διεκδικούν αντίθετα μια καταγωγή από τους «αυτόχθονους» πληθυσμούς (αρχαίους Αιγύπτιους και Φοίνικες αντίστοιχα).

Αν και οι δύο κοινότητες αποτελούν σημαντικό κοινωνικό στήριγμα των αντίστοιχων εθνικών ιδεολογιών, οι Μαρωνίτες στην περίπτωση του Λιβάνου είναι μάλλον κάτι παραπάνω: ο λιβανέζικος εθνικισμός γεννήθηκε εξ’ αρχής ως αντίδραση στον αραβικό (και το συριακό) εθνικισμό, προτείνοντας μια εναλλακτική εθνική ταυτότητα, που ταίριαζε κυρίως στους Μαρωνίτες.

Η Παναγία των Χαρίτων, η εκκλησία των Μαρωνιτών στην παλιά Λευκωσία, με τη σημαία του Λιβάνου να δείχνει τη σύνδεση ανάμεσα στη θρησκευτική κοινότητα και τη χώρα.

Η μαρωνίτικη κοινότητα ήταν πάντα συνδεδεμένη με την περιοχή του Όρους Λιβάνου, έχοντας την αίσθηση μιας απειλούμενης χριστιανικής-καθολικής νησίδας περικυκλωμένης από Μουσουλμάνους. Αυτή η θέση οδήγησε σε μια τάση απόρριψης της ένωσης με γειτονικές περιοχές και αντίθετα σ’ έναν προσανατολισμό προς τη Δύση (αν και όπως αναφέρθηκε σε άλλα άρθρα αυτό δεν ήταν απόλυτο: υπήρξαν και πολλοί Μαρωνίτες που υποστήριξαν τον παναραβισμό). Η ιδέα ενός ξεχωριστού λιβανέζικου έθνους, με φοινικική αντί αραβική καταγωγή, αποτέλεσε ιδεολογικό στήριγμα αυτής της απόρριψης.

Γεωφυσικός χάρτης του Λιβάνου: ο δυσπρόσιτος ορεινός όγκος ήταν η περιοχή που παραδοσιακά κατέφευγαν οι Μαρωνίτες. Πηγή εικόνας

Το φαράγγι Καντίσα με τις βουνοκορφές του όρους Λιβάνου, όπως φαίνονται από το Μπσαρέ. Αυτή η περιοχή είναι η καρδιά του μαρωνίτικου πολιτισμού και του λιβανέζικου εθνικισμού: μάλλον δεν είναι τυχαίο που ο κέδρος ως ορεινό δέντρο έχει γίνει και σύμβολό του.

Ο λιβανέζικος εθνικισμός αποτέλεσε την κύρια ιδεολογία της μαρωνίτικης ελίτ που κυβέρνησε το Λίβανο επί δεκαετίες, ιδιαίτερα της σκληρής μαρωνίτικης Δεξιάς, π.χ. της Φάλαγγας. Στον πόλεμο του ’58 όπως και στον κυρίως ειπείν εμφύλιο πόλεμο έπαιξε σημαντικό ρόλο ως ο ιδεολογικός αντίπαλος απέναντι στον παναραβισμό, το συριακό εθνικισμό και το σοσιαλισμό.

Άγαλμα του Πιέρ Τζεμαγέλ, ιδρυτή της Φάλαγγας, που συνδέθηκε με το λιβανέζικό εθνικισμό: όπως δείχνει και ο λιβανέζικος κέδρος (δεξιά) ως σύμβολό της.
Πηγή εικόνας

Σήμερα πάντως οι Μαρωνίτες έχουν χάσει ένα μέρος του κεντρικού τους ρόλου στο Λίβανο – επομένως και στη διαμόρφωση του λιβανέζικου εθνικισμού. Η «Επανάσταση των Κέδρων» το 2005, μάλλον η πιο πρόσφατη σημαντική έκφραση λιβανέζικου εθνικισμού (κύριο αίτημα ήταν ο τερματισμός της συριακής επιρροής και ο σεβασμός της λιβανέζικης ανεξαρτησίας) ήταν έργο μιας συμμαχίας Σουνιτών, Χριστιανών και Δρούζων, της οποίας δεν ηγούνταν κατ’ ανάγκην Μαρωνίτες.

Συριακός εθνικισμός

Ο συριακός εθνικισμός είναι πολύ ιδιαίτερη περίπτωση. Κατ’ αρχήν, δεν πρέπει να τον μπερδεύουμε με το σημερινό συριακό κράτος, που αποτελεί μόνο ένα μέρος αυτού που οι Σύριοι εθνικιστές αντιλαμβάνονται ως Μεγάλη Συρία. Αυτή συμπεριλαμβάνει και την Παλαιστίνη, την Ιορδανία και φυσικά το Λίβανο. Κάποιοι βλέπουν επιπρόσθετα σαν μέρος της και το Ιράκ, τη χερσόνησο του Σινά, τμήματα της Νότιας Τουρκίας – και την Κύπρο. Ο συριακός εθνικισμός στοχεύει άρα στην υπέρβαση και όχι στη διατήρηση των αποικιοκρατικών συνόρων: μ’ αυτήν την έννοια είναι ίσως πιο κοντά στον παναραβισμό παρά στο λιβανέζικο εθνικισμό.

Τα όρια της Μεγάλης Συρίας σύμφωνα με το Σ.K.Ε.Κ., το σύμβολο του οποίου απεικονίζεται πάνω αριστερά.
Πηγή εικόνας

Οι ρίζες του συριακού εθνικισμού βρίσκονται ήδη στους διανοούμενους του 19ου αιώνα (με διαφορετικές απόψεις όσον αφορά την αραβικότητα της Συρίας). Κεντρική προσωπικότητα της ιδεολογίας αυτής έμελλε να γίνει όμως τον επόμενο αιώνα ο Λιβανέζος Αντούν Σααντέχ. Η ελληνορθόδοξη καταγωγή του μάλλον δεν είναι τυχαία: η περιοχή συγκέντρωσης της ελληνορθόδοξης αραβικής κοινότητας συμπίπτει λίγο πολύ με τη Μεγάλη Συρία, και δεν ήταν λίγα τα μέλη της που έδειξαν ενδιαφέρον γι’ αυτήν την ιδεολογία. Εξάλλου, παρά την αντίθεση στον παναραβισμό, και οι δύο ιδεολογίες συμφωνούσαν στο θέμα της κοσμικότητας και στην ανάγκη διαχωρισμού κράτους και θρησκείας, κάτι που στη Μέση Ανατολή γενικά συμφέρει τις χριστιανικές κοινότητες.

Το 1932 ο Σααντέχ ίδρυσε το Συριακό Κοινωνικό Εθνικιστικό Κόμμα, έχοντας ίσως εμπνευστεί και από τα φασιστικά κινήματα της εποχής (όπως και να ‘χει, η πειθαρχία, η ιεραρχία, η αλληλεγγύη και η πίστη στη στρατιωτική δύναμη ήταν βασικά στοιχεία του).  Παρά τα όποια φασιστικά πρότυπα, θα μπορούσε όμως κάποιος να ισχυριστεί ότι η ιδεολογία του ήταν ίσως η πιο ανθρωπιστική, αφού αναγνώριζε ως ισότιμο μέρος του βασισμένου στη Γεωγραφία «συριακού έθνους» όλες τις θρησκευτικές (Χριστιανούς ή Μουσουλμάνους) ή εθνικές ομάδες (Άραβες, Κούρδους, Αρμένιους κ.α.). Με μια εξαίρεση: τους Εβραίους. Αυτό ήταν μάλλον συνέπεια του σιωνιστικού κινδύνου: ας μην ξεχνάμε ότι  οι Σιωνιστές έποικοι διεκδικούσαν ένα σημαντικό μέρος της Μεγάλης Συρίας, την Παλαιστίνη.

Ο Αντούν Σααντέχ γεννήθηκε το 1904. Πίστευε στη γεωγραφική, ιστορική και πολιτισμική ιδιαιτερότητα της «Μεγάλης Συρίας» σε σχέση με τον υπόλοιπο αραβικό κόσμο. Εκτελέστηκε το 1949 μετά από αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος στο Λίβανο.
Πηγή εικόνας

Το κόμμα απέκτησε σύντομα σημαντική δύναμη κυρίως στο Λίβανο, όπου οργάνωσε και τη δική του ένοπλη ομάδα. Έλαβε μέρος στον μίνι-εμφύλιο του ’58 στο πλευρό του Προέδρου Σαμούν και της Φάλαγγας, ενάντια δηλαδή στην Αριστερά και τους Παναραβιστές.

Τις επόμενες δεκαετίες πάντως το κόμμα άλλαξε τον προσανατολισμό του και κινήθηκε προς τα αριστερά. Στον «επίσημο» εμφύλιο του Λιβάνου (1975-90) συμμάχησε αυτήν τη φορά με την Αριστερά, τους Παναραβιστές και τους Παλαιστίνιους ενάντια στη χριστιανική Δεξιά και στη συνέχεια έλαβε μέρος και στην αντι-ισραηλινή αντίσταση. Είχε στενές σχέσεις με το συριακό καθεστώς του Άσαντ – παρ’ όλο που στην ίδια τη Συρία το κόμμα ήταν απαγορευμένο! Ήταν επίσης μια από τις οργανώσεις που χρησιμοποίησαν ως όπλο τις επιθέσεις αυτοκτονίας (αυτές δεν είναι αποκλειστικό «προνόμιο» των ισλαμιστικών ομάδων, όπως πολλοί νομίζουν), βοηθώντας την στο να χτίσει το μύθο της.

Η Λιβανέζα Σανάα Μεχάιντλι ήταν το 1985 ίσως η πρώτη γυναίκα παγκοσμίως που πραγματοποίησε επίθεση αυτοκτονίας, σε ηλικία μόλις 16 ετών, ως μέρος της αντίστασης στην ισραηλινή κατοχή της πατρίδας της. Μαζί της παρέσυρε στο θάνατο δύο ισραηλινούς στρατιώτες. Ήταν μέλος του Σ.Κ.Ε.Κ.
Πηγή εικόνας  

Το κόμμα συμμετέχει σήμερα στο Λίβανο στη συμμαχία της «8ης Μαρτίου» (υπέρ δηλαδή του καθεστώτος Άσαντ και μαζί με τη Χεζμπολάχ). Μετά από πολλές δεκαετίες, είναι τώρα ξανά νόμιμο και στη Συρία. Είναι πάντως αμφίβολο κατά πόσον η ιδεολογία του είναι ελκυστική για τους σημερινούς νέους στην περιοχή – τουλάχιστον στα διεθνή μέσα ακούγεται πολύ λιγότερο από άλλες ιδεολογίες.

Παλαιστινιακός εθνικισμός

Πρόκειται επίσης για ιδιαίτερη περίπτωση, αν και με διαφορετικό τρόπο. Σε αντίθεση με άλλους τοπικούς εθνικισμούς, ο παλαιστινιακός δεν έχει ένα κράτος προς υπεράσπιση: η ίδρυση αυτού του κράτους είναι το ζητούμενο. Η αντι-ισραηλινή αντίσταση ήταν και είναι ο πυρήνας της ιδεολογίας.

Οι ρίζες του παλαιστινιακού εθνικισμού βρίσκονται στην εποχή του Μεσοπολέμου, στις πρώτες διαμάχες ανάμεσα στους ντόπιους αραβικούς πληθυσμούς της Παλαιστίνης και τους Σιωνιστές έποικους. Ο σιωνιστικός κίνδυνος, η προοπτική ίδρυσης δηλαδή ενός κράτους με ξένο πληθυσμό στην ίδια τους τη γη, ανησύχησε όπως ήταν φυσικό τους Παλαιστίνιους. Αυτός ο κίνδυνος δεν άργησε να γίνει πραγματικότητα το 1948, οδηγώντας τους μισούς περίπου Παλαιστίνιους στην προσφυγιά. Δεν είναι περίεργο που οι Άραβες αναφέρονται σ’ αυτά τα γεγονότα ως «Νάκμπα«, δηλαδή καταστροφή (κάτι ανάλογο με τη Μικρασιατική Καταστροφή στην Ελλάδα).

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πάντως η σύγκρουση δεν ήταν απλά ανάμεσα σε Σιωνιστές και Παλαιστίνιους, αλλά ανάμεσα στο σιωνισμό και τον αραβικό εθνικισμό γενικά. Οι Παλαιστίνιοι εναπόθεταν τις ελπίδες τους στην αραβική ενότητα και τους Άραβες ηγέτες: ιδιαίτερα τον Νάσερ της Αιγύπτου, ο οποίος μιλούσε συνεχώς για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης.

Τελικά, η απογοήτευση από τους ενδοαραβικούς ανταγωνισμούς και την ανικανότητα των αραβικών χωρών να βοηθήσουν ουσιαστικά τον παλαιστινιακό σκοπό, άρχισαν να οδηγούν και σε άλλες σκέψεις. Ιδιαίτερα μετά την ήττα του ’67, οι Παλαιστίνιοι κινήθηκαν αποφασιστικά προς την ιδέα ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους. Μαζί του ήρθε και η επανεκτίμηση μιας ιδιαίτερης παλαιστινιακής ταυτότητας, η οποία εκφράστηκε και με σύμβολα όπως π.χ. η κεφίγιε, το γνωστό παλαιστινιακό μαντήλι. Ο παλαιστινιακός εθνικισμός αντικατέστησε έτσι σταδιακά τον παναραβικό – χωρίς αυτό να σημαίνει αναγκαστικά ότι οι Παλαιστίνιοι παραιτήθηκαν από την ιδέα ενός ευρύτερου αραβικού έθνους, το οποίο οφείλει να τους συμπαραστέκεται στον αγώνα τους.

Ο Γιασέρ Αραφάτ συνήθιζε να φοράει τη κεφίγιε με τρόπο που σχημάτιζε την τριγωνική μορφή του χάρτη της Παλαιστίνης.
Πηγή εικόνας 

Ο βασικά κοσμικός χαρακτήρας του παλαιστινιακού εθνικισμού, όπως τον εκφράζει η Φατάχ και γενικά η ΟΑΠ, μαζί με το κοινό όραμα ίδρυσης ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους και της απαλλαγής από την ισραηλινή κατοχή, είναι στοιχείο που ενώνει Χριστιανούς και Μουσουλμάνους Παλαιστίνιους. Τις τελευταίες δεκαετίες πάντως ο κύριος εσωτερικός αντίπαλος του κοσμικού παλαιστινιακού εθνικισμού δεν είναι ο παναραβισμός, αλλά ο ισλαμισμός, όπως τον εκφράζουν οργανώσεις σαν τη Χαμάς. Ακόμα κι αυτές πάντως δεν αρνούνται τη ρητορική και τα σύμβολα του παλαιστινιακού εθνικισμού: σημάδι για την απήχηση και το ενωτικό δυναμικό της ιδεολογίας.

Διαδήλωση υπέρ της παλαιστινιακής ενότητας και της προσέγγισης μεταξύ Χαμάς και Φατάχ.
Πηγή εικόνας 

Συμπεράσματα

Οι στόχοι των τοπικών εθνικισμών (μ’ εξαίρεση ίσως το συριακό) μπορεί να φαίνονται λιγότερο μεγαλεπήβολοι, σε σύγκριση μ’ αυτούς του παναραβισμού ή του μαρξισμού. Δεν είναι ίσως παράξενο που οι τελευταίοι ακούγονταν περισσότερο σε μια εποχή που γενικά ο κόσμος ενθουσιαζόταν με τις μεγάλες ιδεολογίες, ενώ οι πρώτοι είχαν μπει στο περιθώριο. Την εποχή μας πάντως φαίνονται να έχουν επανέλθει δυναμικά, και να είναι ως κοσμικές ιδεολογίες οι κύριοι ιδεολογικοί αντίπαλοι του ισλαμισμού.

Πρέπει επίσης να παραδεχτούμε πως τα αποικιοκρατικά ενδοαραβικά σύνορα άντεξαν τελικά πολύ περισσότερο απ’ ότι προέβλεπαν πολλοί. Σίγουρα δεν μπορούμε να ρίξουμε το φταίξιμο για την αποτυχία των ενωτικών ιδεολογιών μόνο στις δυτικές παρεμβάσεις ή το Ισραήλ – κάποιες από τις αιτίες είναι προφανώς ενδογενείς. Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι μόνοι που κατάφεραν να καταργήσουν (προσωρινά ή όχι) τουλάχιστον τα πιο τεχνητά και αφύσικα σύνορα, αυτά μεταξύ Ιράκ και Συρίας, είναι οι πλέον φανατικοί ισλαμιστές (Ισλαμικό Κράτος). Ούτε οι μαρξιστές, ούτε οι σύριοι εθνικιστές, ούτε οι παναραβιστές είχαν πλησιάσει αυτό το στόχο, κι ας είχαν καταλάβει την εξουσία σ’ αυτές τις χώρες. Στο τέλος λύγισαν μπροστά στη δύναμη (και) των τοπικών ανταγωνισμών.

Οι τοπικοί εθνικισμοί είναι πολύ πιθανόν να διατηρήσουν τη δύναμή τους για αρκετό καιρό ακόμα. Έχουν το πλεονέκτημα ότι βασίζονται σε σταθερά ισχυρές τοπικές ταυτότητες, και προβάλλουν στόχους που μοιάζουν σχετικά εύκολα πραγματοποιήσιμοι. Το ερώτημα είναι, κατά πόσον θα αποτελέσουν εμπόδιο για μια ενδοαραβική συνεννόηση, ή θα γίνουν μέρος μιας γόνιμης σύνθεσης, που θα λαμβάνει υπόψη της και τα κοινά αραβικά συμφέροντα.

Βιβλιογραφία:

Στην Αιγυπτο την εποχη της επαναστασης

Κλασσικό

Αυτό το άρθρο είναι περιγραφή ενός ταξιδιού που έκανα στην Αίγυπτο το Φλεβάρη του 2013, δηλαδή στους τελευταίους μήνες της αιγυπτιακής επανάστασης, λίγο πριν την «Παλινόρθωση» τον Ιούλιο του ίδιου έτους – όπως τελικά αποδείχτηκε ότι ήταν ουσιαστικά η επέμβαση του στρατού υπό το στρατηγό Σίσι. Ήθελα μ’ αυτό να μεταφέρω χρήσιμες πληροφορίες για όποιον θέλει να ταξιδέψει στην Αίγυπτο ανεξάρτητα, αλλά και το κλίμα που επικρατούσε στη χώρα εκείνη την εποχή.

Ίσως στην αρχή είναι καλά να ειπωθούν μερικά βασικά πράγματα για την πολιτική κατάσταση της εποχής: πρόεδρος ήταν ακόμα ο Μούρσι και οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι (που μάλλον μπορούμε να τους κατατάξουμε πολιτικά στον «μετριοπαθή» ισλαμισμό) ήταν ο κύριος στυλοβάτης της μετα-επαναστατικής κυβέρνησης. Η προσπάθεια τους να μονοπωλήσουν την εξουσία, αλλά κι η γενική αποτυχία τους στους τομείς της ασφάλειας και της οικονομίας, έφερε αντιδράσεις και δημιούργησε κλίμα πόλωσης. Εχθροί της κυβέρνησης δεν ήταν μόνο οι συμπαθούντες του παλιού καθεστώτος, αλλά και οι πρώην σύμμαχοί της στη διάρκεια της επανάστασης: κοσμικοί, αριστεροί, νασερικοί και φιλελεύθεροι. Αυτοί, που έβλεπαν (μάλλον δικαίως) τους εαυτούς τους σαν την προσωποποίηση της επανάστασης εναντίον στο Μουμπάρακ, πίστευαν πως αυτή συνεχίζεται πλέον κι εναντίον του Μούρσι, που έδειχνε με την αυταρχική του συμπεριφορά να μοιάζει στο παλιό καθεστώς.

Υπήρχε άρα ένα γενικό κλίμα έντασης κι αστάθειας, με συνεχείς διαδηλώσεις και συγκρούσεις, ακόμα και με νεκρούς – ιδιαίτερα στο Κάιρο, που ήταν από τις λίγες περιοχές της Αιγύπτου που είχαν κατά πλειοψηφία ψηφίσει πριν μερικούς μήνες «Όχι» στο δημοψήφισμα για το Σύνταγμα, δείχνοντας έτσι και την αντίθεση στη κυβέρνηση.

Σ’ αυτό το κλίμα, μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού απογοητεύονταν όλο και πιο πολύ από την επανάσταση. Αυτό φάνηκε πολύ σ’ αυτούς με τους οποίους έτυχε να μιλήσω: όπως ήταν φυσικό, εξασκούσαν επαγγέλματα που εξαρτούνταν πολύ από τον τουρισμό. Ο τουρισμός είναι ένας τομέας πολύ σημαντικός για την αιγυπτιακή οικονομία, που όπως ήταν αναμενόμενο είχε πληγεί πολύ απ’ αυτήν την αστάθεια. Δεν ήταν άρα παράξενο που πεθυμούσαν την παλιά σταθερότητα – ένας παραδέχτηκε ότι έλπιζε σε κάποιο στρατιωτικό πραξικόπημα για να την επαναφέρει (όπως και τελικά έγινε).


Προσγειωθήκαμε στο αεροδρόμιο του Καΐρου, απ’ όπου μπορείς να πας στην πόλη είτε με ταξί είτε με το αστικό λεωφορείο. Εγώ χρησιμοποίησα το λεωφορείο μόνο στην επιστροφή, φαίνεται όμως ότι είναι μια αρκετά άνετη επιλογή. Από το κέντρο του Καΐρου, συγκεκριμένα από τη πλατεία Αμπντέλ Μονιέμ Ριάντ (πίσω απ’ το Αιγυπτιακό Μουσείο), μπορεί να πάρει κάποιος το λεωφορείο 356 (προσοχή: η σήμανση των λεωφορείων είναι με αραβικούς αριθμούς). Μ’ αυτό πας απ’ ευθείας στο αεροδρόμιο σε περίπου μία ώρα, περνώντας μέσα από το προάστιο της Ηλιούπολης.

Ο Νείλος με το νησί Ζάμαλεκ και τον Πύργο του Καΐρου.

Το Κάιρο είναι μια πραγματική μεγαλούπολη, των 23 εκατομμυρίων περίπου – δηλαδή ένας πληθυσμός μεγαλύτερος από το διπλάσιο ολόκληρης της Ελλάδας, είναι στριμωγμένος σε μια μόνο πόλη, στη μέση ουσιαστικά της ερήμου. Αυτό θα ήταν αδιανόητο, αν δεν υπήρχε αυτό το θαύμα της φύσης, ο Νείλος, που με το νερό και τα θρεπτικά συστατικά που κουβαλά από τα βουνά της Αιθιοπίας και την τροπική Αφρική, έδωσε εντελώς συμπτωματικά ζωή σε μια περιοχή που κανονικά θα έπρεπε να ήταν ακατοίκητη. Σήμερα όμως η κοιλάδα του Νείλου είναι από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές του πλανήτη (κάτι που δεν είναι χωρίς προβλήματα, όπως περιέγραψα και σε άλλο άρθρο).

Η Κοιλάδα του Νείλου, όπως φαίνεται μέσα από την έρημο στη τοποθεσία Σακάρα, νότια του Καΐρου. Σ’ αυτήν τη στενή λωρίδα γης στριμώχνονται οι γεωργικές, οικιστικές και βιομηχανικές δραστηριότητες.

Μια τέτοια μεγαλούπολη φυσικά έχει μέσα της όλες τις αντιθέσεις. Στους δρόμους κυκλοφορούν καινούρια αυτοκίνητα δίπλα σε κάρα με άλογα ή γαϊδούρια. Στην πόλη συγκατοικούν Μουσουλμάνοι και Χριστιανοί (Κόπτες), κοσμικοί, νασερικοί, ισλαμιστές, σαλαφιστές, αριστεροί και φεμινίστριες. Κατά την παραμονή μας στην χώρα, πέσαμε μάλιστα πάνω σε μια φεμινιστική συγκέντρωση στην πλατεία Ταλάτ-Αλ-Χαρμπ. Αν κι ήταν σχεδόν αποκλειστικά γυναικεία, όπως μας εξήγησε μια δημοσιογράφος που συμμετείχε, υπήρχαν περιμετρικά στην πλατεία γνωστοί τους άντρες, έτοιμοι να επέμβουν σε περίπτωση που συνέβαινε κάτι. Εξάλλου δεν είχαν περάσει πολλές μέρες από τότε που είχαν σκοτωθεί κάποιοι σε διαδηλώσεις κι ειδικά οι γυναίκες ήταν ευάλωτες – περιπτώσεις κακοποίησης, ακόμα και βιασμών, είχαν υπάρξει (για όλα αυτά υπήρχαν κι υποψίες ότι ήταν μέρος κυβερνητικού σχεδίου).

Το ίδιο το σημερινό κέντρο του Καΐρου, στην ανατολική όχθη του Νείλου, είναι μια μάλλον σύγχρονη πόλη, με ψηλές πολυκατοικίες, δημόσια κτίρια, πεζόδρομους γεμάτους πλαστικές καρέκλες όπου ο κόσμος κάθεται μέχρι πολύ αργά τη νύχτα παίζοντας τάβλι και καπνίζοντας ναργιλέ (το Κάιρο είναι μια πόλη που ζει κυρίως τη νύχτα, αναμενόμενο αν σκεφτείς ότι βρίσκεται στη μέση της ερήμου) και πλατείες που λειτουργούν σαν κυκλικοί κόμβοι. Μια απ’ αυτές είναι κι η πλατεία Ταχρίρ, που έγινε το 2011 γνωστή ανά τον κόσμο σαν η καρδιά της επανάστασης. Το Φλεβάρη του ’13 το επαναστατικό κλίμα ήταν ακόμα ζωντανό: η πλατεία έδινε την αίσθηση μιας αυτόνομης περιοχής. Ήταν ακόμη γεμάτη με σκηνές, σημαίες, γκράφιτι και κόσμο, οι δρόμοι ήταν κλειστοί για τα αυτοκίνητα και ο κόσμος περπατούσε ή έπαιζε μπάλα στην άσφαλτο – σημαντικό για μια πόλη που οι χώροι πρασίνου είναι πολύ λίγοι και η πρόσβαση σ’ αυτούς συνήθως δεν είναι δωρεάν.

Εικόνα από πεζόδρομο του κεντρικού Καΐρου

Εικόνες από την πλατεία Ταχρίρ, στους τελευταίους μήνες της επανάστασης.

Μεγάλες όμως είναι στο Κάιρο, όπως συνηθίζεται σε τέτοιες μεγαλουπόλεις, κι οι οικονομικές αντιθέσεις. Πολύ κοντά στο κέντρο υπάρχουν φτωχογειτονιές με χωματόδρομους, γεμάτες σκουπίδια. Επίσης δίπλα απ’ το κέντρο είναι όμως και συνοικίες της ανώτερης τάξης, όπως η Γκάρντεν Σίτυ (όπου βρίσκονται κι οι περισσότερες πρεσβείες) ή το Ζάμαλεκ πάνω σ’ ένα νησί του Νείλου, που λειτουργεί και σαν περιοχή νυκτερινής διασκέδασης. Στην άλλη (τη δυτική) όχθη του Νείλου βρίσκονται προάστια της μεσαίας τάξης, όπως το Ντόκι και το Μουχαντεσίν. Αυτή η μορφωμένη μεσαία τάξη ήτανε μάλλον κι η ραχοκοκκαλιά της επανάστασης.

Φτωχογειτονειά κοντά στο Παλιό (Κοπτικό) Κάιρο

Ανατολικά του κέντρου και σε περπατήσιμη απόσταση είναι το Ισλαμικό Κάιρο, το παλιό κέντρο της πόλης όταν αυτή είχε γίνει μια από τις πιο σημαντικές στο μουσουλμανικό κόσμο, πριν από περίπου μια χιλιετία. Εδώ βρίσκεται η διάσημη Αγορά του Αλ Χαλίλη και τα πιο γνωστά τζαμιά του Καΐρου, όπως το Μπλε Τζαμί και το Αλ-Αζχάρ, το οποίο λειτούργησε και σαν ένα από τα πρώτα πανεπιστήμια στον κόσμο. Περπατώντας στο Ισλαμικό Κάιρο νιώθεις σαν να ταξιδεύεις πίσω στο χρόνο, στον αραβικό Μεσαίωνα. Ακριβώς στα νότια βρίσκεται και το Κάστρο του Καΐρου.

Το Κάστρο του Καΐρου

Νότια απ’ το κέντρο, κοντά στη στάση Μαρ Γκιργκίς του μετρό, είναι και το Χριστιανικό (Κοπτικό) ή Παλιό Κάιρο, όπου ήταν η παλιά πόλη πριν την αραβική κατάκτηση. Εκεί βρίσκονται κι οι ιστορικές κόπτικες εκκλησίες της πόλης. Οι χριστιανοί Κόπτες είναι περίπου 10% του αιγυπτιακού πληθυσμού και βλέπουν τους εαυτούς τους ως τους ιθαγενείς Αιγύπτιους – από τη λέξη «Αιγύπτιοι» εξάλλου προέρχεται και το όνομά τους. Προσοχή για όποιον σκοπεύει να χρησιμοποιήσει το μετρό: μερικά βαγόνια είναι κρατημένα για γυναίκες και δεν επιτρέπεται η είσοδος σε άντρες – οι γυναίκες αντίθετα μπορούν να μπουν σε όποιο βαγόνι θέλουν.

Επίσης με το μετρό (το οποίο είναι το πρώτο της αφρικανικής ηπείρου) μπορεί κάποιος να πάει και στο νοτιοδυτικό προάστιο της Γκίζας, όπου βρίσκεται το Πανεπιστήμιο του Καίρου αλλά κι οι πυραμίδες. Για να φτάσει κάποιος πάντως στις πυραμίδες πρέπει να πάρει λεωφορείο ή ταξί, αφού βρίσκονται αρκετά έξω, ουσιαστικά μέσα στην έρημο.

Η έρημος Σαχάρα, όπως φαίνεται από την Σακάρα νότια του Καΐρου.

Εικόνα από την κοιλάδα του Νείλου κοντά στην περιοχή της Γκίζας.

Την κοιλάδα του Νείλου διασχίζει το νυχτερινό τρένο Κάιρο-Λουξόρ-Ασουάν. Είναι τρένο μάλλον ειδικά σχεδιασμένο για τουρίστες (αν και ταξιδεύουν και μερικοί Αιγύπτιοι μ’ αυτό), με την ανάλογη τιμή φυσικά (45 Ευρώ σε μία κατεύθυνση, σε δίκλινη καμπίνα, για τα αιγυπτιακά δεδομένα μάλλον ακριβό). Σ’ αυτήν την τιμή πάντως συμπεριλαμβάνεται και η διανυκτέρευση με όλα τα απαραίτητα (σεντόνια κ.λπ.), καθώς και δείπνο και πρόγευμα. Η διαδρομή διαρκεί 12 ώρες από το Κάιρο μέχρι το Λουξόρ κι άλλες 3 μέχρι το Ασουάν.

Επέκταση των οικισμών στην Κοιλάδα του Νείλου, όπως φαίνονται από το τρένο Λουξόρ-Ασουάν.

Το Λουξόρ είναι μεσαίου μεγέθους πόλη (μισού εκατομμυρίου περίπου) και τουριστικός προορισμός κυρίως λόγω των πολλών αρχαιολογικών χώρων – εκεί βρισκόταν η αρχαία πόλη των Θηβών, πρωτεύουσα του νεότερου αιγυπτιακού βασιλείου. Στην ανατολική όχθη του Νείλου, όπου απλώνεται κι ο κύριος όγκος της πόλης, βρίσκεται το Καρνάκ κι η λεωφόρος των Σφιγγών, ενώ στη δυτική όχθη είναι η Κοιλάδα των Βασιλέων (για να περάσεις από τη μια όχθη στην άλλη υπάρχει φέρι-μποτ με αρκετά πυκνά δρομολόγια). Πέρα απ’ αυτά, το πιο ενδιαφέρον στην πόλη είναι ο παρόχθιος πεζόδρομος (το Corniche, όπως λένε οι Άραβες, δανειζόμενοι το γαλλικό όρο), όπου μπορείς να ξεφύγεις και λίγο από την πίεση των ταξιτζήδων, των βαρκάρηδων, των αμαξάδων κι όλων όσων βασίζονται στους τουρίστες για να βγάλουν τα προς το ζην.

Το φέριμποτ που συνδέει την ανατολική με τη δυτική όχθη του Νείλου στο Λουξόρ

Ακόμα λίγο πιο νότια είναι το Ασουάν, απ’ όπου αγγίζουμε σχεδόν τον Τροπικό του Καρκίνου. Αυτό σημαίνει ότι μία φορά το χρόνο, συγκεκριμένα στο θερινό ηλιοστάσιο, ο ήλιος βρίσκεται σχεδόν κάθετα πάνω από τη Γη – πράγμα που επέτρεψε στον Ερατοσθένη να υπολογίσει με σχετική ακρίβεια την περίμετρο της Γης ήδη από το 240 π.Χ. Η πόλη πάντως έχει και μια κάπως πιο τροπική-αφρικάνικη όψη. Στην περιοχή κατοικεί και η μειονότητα των (πιο σκουρόδερμων) Νούβιων.

Ο παρόχθιος πεζόδρομος στο Ασουάν (ανατολική όχθη) με την έρημο να ξεκινά σχεδόν άμεσα στη δυτική όχθη στο βάθος.

Το νησί Ελεφαντίνη, όπως φαίνεται από την ανατολική όχθη του Νείλου στο Ασουάν. Στο νησί υπάρχουν και δύο νουβικά χωριά.

Ένας άλλος προορισμός προσβάσιμος με το τρένο από το Κάιρο είναι φυσικά κι η Αλεξάνδρεια, η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας και παραδοσιακά η πιο κοσμοπολίτικη. Το τρένο ξεκινά από το σταθμό Ραμσής στο Κάιρο (βορειοανατολικά του κέντρου), διασχίζει το Δέλτα του Νείλου και καταλήγει στην Αλεξάνδρεια μετά από περίπου 3 ώρες. Η πόλη μπορεί να έχει πλέον χάσει τον περισσότερο από το μη-αραβικό πληθυσμό της, παρ’ όλα αυτά διατηρεί στοιχεία της παλιάς της κοσμοπολίτικης ταυτότητας – κυρίως το ελληνικό στοιχείο, το οποίο οι Αλεξανδρινοί φαίνεται να έχουν σε ιδιαίτερη εκτίμηση.

Ένα από το πιο γνωστά καφέ-εστιατόρια της Αλεξάνδρειας είναι ο «Αθηναίος», από τα πολλά με ελληνικό όνομα.

Η Αλεξάνδρεια είναι μια σχεδόν «γραμμική» παραθαλάσσια πόλη, με πλάτος μόλις 3 περίπου χιλιόμετρα, αλλά μήκος 20 χιλιόμετρα. Όταν ένας κάτοικος της Μεσογείου έρχεται από το Κάιρο, θα τη νιώσει αμέσως πιο οικεία. Θυμίζει άλλες μεσογειακές πόλεις όπως η Θεσσαλονίκη, η Σμύρνη ή η Βηρυτός, ειδικά όταν περπατά κάποιος στον παραλιακό πεζόδρομο.

Ο παραλιακός πεζόδρομος (Corniche) στην Αλεξάνδρεια. Συνεχίζεται έτσι για αρκετά χιλιόμετρα.

Το ανατολικό (παλιό) λιμάνι της Αλεξάνδρειας, με το φρούριο Κάιτ Μπέι στο βάθος.


Αυτή ήταν η Αίγυπτος όπως την είδα πριν περίπου ενάμιση χρόνο, στους τελευταίους μήνες μιας επανάστασης που συντάραξε ολόκληρο τον κόσμο και τον έβγαλε κάπως από το μετα-ψυχροπολεμικό του λήθαργο. Μια χώρα με τεράστια οικονομικά-οικολογικά-πολιτικά προβλήματα, αλλά και με τεράστιο δυναμικό. Μπορεί οι πολιτικές εξελίξεις από τότε να ήταν απογοητευτικές, τόσο στην ίδια την Αίγυπτο όσο και στον αραβικό κόσμο γενικότερα. Η αιγυπτιακή νεολαία όμως, που γέμισε τους δρόμους και τις πλατείες του Καΐρου κι ανέτρεψε έναν δικτάτορα, τον οποίο στήριζαν όλες οι ξένες δυνάμεις, είναι ακόμα εκεί. Και δεν έχει πει την τελευταία της λέξη, γι’ αυτό μπορούμε να είμαστε σίγουροι.