Οι Δρουζοι του Βελιγραδιου

Κλασσικό

Το μυθιστόρημα του Ραμπίε Τζαμπίρ «Οι Δρούζοι του Βελιγραδίου» βραβεύτηκε με το Διεθνές Βραβείο Αραβικού Μυθιστορήματος το 2012. Ο τίτλος του βέβαια κάνει κάποιον να απορήσει: τι γυρεύουν οι Δρούζοι στο Βελιγράδι; Σήμερα πρόκειται για σχεδόν διαφορετικούς κόσμους. Οι περισσότεροι κάτοικοι του Βελιγραδίου πιθανότατα ούτε καν γνωρίζουν την ύπαρξη των Δρούζων. Κι όμως, έχουν ένα κοινό: οι όχι και τόσο μακρινοί πρόγονοι και των δύο ήταν υπήκοοι του ίδιου κράτους, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο Ραμπίε Τζαμπίρ (δεξιά) δέχεται το βραβείο. Πηγή εικόνας: https://www.theguardian.com/books/2012/mar/28/rabee-jaber-international-prize-arabic-fiction

Το ιστορικό γεγονός, στο οποίο αναφέρεται το βιβλίο, είναι ο πόλεμος μεταξύ Δρούζων και Μαρωνιτών στον σημερινό Λίβανο, το 1860. Αρχικά ξεκίνησε ως εξέγερση κάποιων Μαρωνιτών αγροτών εναντίον Δρούζων γαιοκτημόνων, σύντομα όμως πήρε διαστάσεις διακοινοτικής σύγκρουσης. Οι Δρούζοι ήταν οι νικητές του πολέμου, αλλά οι σφαγές εναντίον των Μαρωνιτών έγιναν γνωστές στην Ευρώπη, τόσο που να προκαλέσουν και την ευρωπαϊκή, κυρίως γαλλική, επέμβαση. Ο Σουλτάνος τελικά αποφάσισε την τιμωρία των Δρούζων που συμμετείχαν σε αυτές τις σφαγές: κάποιοι απ’ αυτούς φυλακίστηκαν στο φρούριο Κάλε Μεγκντάν του Βελιγραδίου, το οποίο τότε ακόμα ανήκε τυπικά στους Οθωμανούς.

Τα τείχη του φρουρίου Κάλε Μεγκντάν στο Βελιγράδι σήμερα, στην όχθη του Δούναβη.

Κάπου εκεί ξεκινάει και η ιστορία του βιβλίου, όταν οι Δρούζοι αιχμάλωτοι περιμένουν στο λιμάνι της Βηρυτού για να φορτωθούν στο πλοίο που θα τους οδηγήσει στον τόπο εξορίας. Ένας Δρούζος σεΐχης επισκέπτεται τον πασά που είναι υπεύθυνος γι’ αυτή τη δουλειά, παρακαλώντας τον να λυπηθεί τους πέντε γιους του, που συγκαταλέγονται στους αιχμαλώτους. Η απάντηση του πασά είναι ότι το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να αντικαταστήσει έναν από τους γιους του σεΐχη με κάποιον άλλο τυχαίο περαστικό. Αυτός ο περαστικός θα είναι ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, ο Χάνα Γιακούμπ, ένας Χριστιανός αυγοπώλης, ο οποίος είχε την ατυχή έμπνευση να προσφέρει αυγά στους στρατιώτες που επιβλέπουν τους αιχμαλώτους στο λιμάνι. Θα φορτωθεί έτσι στο πλοίο αντί του γιου του σεΐχη και θα βρεθεί φυλακισμένος στο Βελιγράδι. Στα επόμενα χρόνια θα περιπλανηθεί σε διάφορες εντελώς άγνωστες γι’ αυτόν οθωμανικές κτήσεις των Βαλκανίων.

Ο Τζαμπίρ είναι Λιβανέζος και βέβαια δεν είναι τυχαίο που επέλεξε το συγκεκριμένο θέμα. Οι μνήμες του συγκεκριμένου πολέμου έπαιξαν τον ρόλο τους στις τεταμένες σχέσεις ανάμεσα στις δύο θρησκευτικές κοινότητες που συγκατοικούν ακόμα και σήμερα στα βουνά του Λιβάνου. Αυτή η σύγκρουση Δρούζων-Μαρωνιτών ήταν εξάλλου μια σημαντική συνιστώσα και του εμφύλιου πολέμου που γνώρισε η χώρα πριν μερικές δεκαετίες. Ο Τζαμπίρ μεγάλωσε μέσα σε αυτόν τον ιδιαίτερα τραυματικό για τον Λίβανο πόλεμο, και είναι επόμενο ότι θα έχει σημαδέψει τη γενιά του.

Θρησκευτικός χάρτης του Λιβάνου. ανοικτό ροζ = Σουνίτες σκούρο ροζ = Σιίτες μπεζ = Μαρωνίτες ανοικτό καφε = Ελληνορθόδοξοι σκούρο καφέ = Ελληνοκαθολικοί (Ουνίτες) Γαλάζιο = Δρούζοι Πηγή: http://www.lib.utexas.edu

Το βιβλίο όμως έχει ενδιαφέρον για εμάς ως κάτοικους του μετα-οθωμανικού κόσμου, πέρα από τα εσωτερικά του Λιβάνου. Το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας εκτυλίσσεται εξάλλου όχι στον Λίβανο, αλλά στα Βαλκάνια: στη Σερβία, το Μαυροβούνιο, τη Βουλγαρία. Το πιο συγκινητικό στοιχείο είναι πως η εποχή στην οποία αναφέρεται είναι η τελευταία οθωμανική. Λίγα μόλις χρόνια μετά, η Σερβία θα απαλλασσόταν κι επίσημα από την οθωμανική κυριαρχία και οι τελευταίοι Οθωμανοί στρατιώτες θα εγκατέλειπαν ακόμα και το Κάλε Μεγκντάν. Η Βουλγαρία θα γινόταν κι αυτή αυτόνομη ηγεμονία, με τον δικό της βασιλιά. Το ταξίδι του Χάνα Γιακούμπ, όπως περιγράφεται στο βιβλίο και είναι λογικοφανές για τη δεκαετία του 1860, θα ήταν απλά αδύνατο τη δεκαετία του 1880. Εξάλλου, ακόμα και το ίδιο το Όρος Λίβανος θα γινόταν αυτόνομη περιοχή, ακριβώς λόγω του πολέμου του 1860. Κάποιες δεκαετίες ακόμα πιο μετά, οι Γάλλοι θα αντικαθιστούσαν και τυπικά τους Οθωμανούς ως κυρίαρχοι του Λιβάνου. Η παρουσία των Γάλλων στρατιωτών στο λιμάνι της Βηρυτού, στην αρχή του βιβλίου, θα ήταν ίσως περίεργο θέαμα τότε, αλλά ήταν και μια πρόγευση του μέλλοντος.

Το βιβλίο μας δίνει έτσι μια γεύση της ετοιμοθάνατης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που βρίσκεται στο κατώφλι της Νεωτερικότητας. Η βαναυσότητα, οι πόλεμοι, η αυθαιρεσία των αρχών, η αμορφωσιά και οι προλήψεις συνοδεύονται από τις προσπάθειες εκσυγχρονισμού, τις ξένες παρεμβάσεις, αλλά και την ανάπτυξη ανθρώπινων σχέσεων πέρα από εθνοθρησκευτικά όρια. Ήταν (ακόμα) ένα αχανές κράτος, του οποίου οι κάτοικοι ενός τμήματος είχαν ίσως σχεδόν παντελή άγνοια για τα υπόλοιπα – και το οποίο παρόλα αυτά είχε αντέξει με αυτόν τον τρόπο για πολλούς αιώνες, όπως και πολλές άλλες Αυτοκρατορίες στον ίδιο χώρο πριν από αυτό.

Αυτό το μωσαϊκό θρησκειών και γλωσσών, όπου κάποιοι αραβόφωνοι Δρούζοι από τα βουνά του Λιβάνου μπορούσαν να βρεθούν να περιπλανούνται στα σλαβόφωνα Βαλκάνια επειδή έτσι αποφασίστηκε στην Κωνσταντινούπολη, ήταν η μήτρα από την οποία γεννήθηκαν τα κράτη στα οποία ζούμε εμείς σήμερα. Στην εποχή μας, αν δούμε Άραβες να περιπλανιούνται στα Βαλκάνια, θα είναι το πιο πιθανόν πρόσφυγες που προσπαθούν να φτάσουν στη Βόρεια Ευρώπη – κάτι που δεν είναι καθόλου εύκολο, αφού αντί για μια ενιαία Αυτοκρατορία, σήμερα πρέπει να διασχίσουν πολλές φορές σύνορα (γι’ αυτό εξάλλου λίγοι προτιμούν πλέον αυτή τη διαδρομή). Κι όμως, όσο δύσκολο κι αν είναι να το πιστέψουμε, η γεωγραφία της περιοχής του βιβλίου παραμένει η ίδια, τότε όπως και τώρα.

Ιδεολογια στον αραβικο χωρο – 3: Τοπικοί Εθνικισμοί

Κλασσικό

Εκτός από τις ιδεολογίες που ζητούσαν την ενοποίηση, βασισμένη είτε στη γλώσσα (παναραβισμός), είτε στη θρησκεία (ισλαμισμός), είτε στην κοινωνική τάξη (μαρξισμός), στον αραβικό χώρο υπήρξαν και αυτές που αποδέχτηκαν λίγο πολύ τα σύνορα που χάραξαν οι αποικιοκρατικές δυνάμεις – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ήρθαν σε σύγκρουση με αυτές.

Τέτοιες ιδεολογίες ήταν π.χ. ο τυνησιακός, ο αιγυπτιακός και ο λιβανέζικος εθνικισμός. Σε κάποιες απ’ αυτές τις περιπτώσεις, τα αποικιοκρατικά σύνορα δεν ήταν εντελώς τεχνητά, αφού βασίζονταν σε γεωγραφικές και ιστορικές πραγματικότητες (π.χ. Μαρόκο, Αίγυπτος). Σε άλλες περιπτώσεις, ο εθνικισμός βασίστηκε μεν στη κοινή γεωγραφία, αλλά όχι στη βάση των αποικιοκρατικών συνόρων, τα οποία ήθελε επίσης να υπερβεί, π.χ. ο συριακός εθνικισμός. Επίσης, οι τοπικοί εθνικισμοί δεν ήταν πάντα εντελώς ανταγωνιστικοί με τον αραβικό, αφού μπορεί να θεωρούσαν το έθνος τους ως μια υποδιαίρεση του ευρύτερου αραβικού έθνους.

Αιγυπτιακός εθνικισμός

Η Αίγυπτος είναι με διαφορά το μεγαλύτερο σε πληθυσμό αραβικό κράτος. Επίσης έχει μια ιδιαίτερη ιστορία ως αποτέλεσμα μιας επίσης εντελώς ιδιαίτερης γεωγραφίας. Δεν είναι άρα περίεργο που υπάρχει μια δυνατή αιγυπτιακή τοπική ταυτότητα. Η Αίγυπτος μάλλον δεν μπορεί να θεωρηθεί «τεχνητό» αποικιογενές κράτος όπως άλλα στην περιοχή.

Η Αίγυπτος είναι κυριολεκτικά η χώρα του Νείλου, του ποταμού που μετέτρεψε μια περιοχή που κανονικά θα έπρεπε να ήταν έρημος σε μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες του πλανήτη. Πηγή εικόνας

Η Κοιλάδα του Νείλου, όπως φαίνεται μέσα από την έρημο στην τοποθεσία Σακάρα, νότια του Καΐρου. Σ’ αυτήν τη στενή λωρίδα γης στριμώχνονται οι γεωργικές, οικοδομικές και βιομηχανικές δραστηριότητες.

Το ότι άρα η πρώτη σύγχρονη ιδεολογία που επικράτησε στην Αίγυπτο δεν ήταν ο ισλαμισμός ή ο παναραβισμός, αλλά ο αιγυπτιακός εθνικισμός, δεν είναι περίεργο – ούτε φυσικά το ότι σ’ αυτόν καταφεύγει και το τωρινό αιγυπτιακό καθεστώς για να καλύψει κάπως το ιδεολογικό του κενό.

Όπως άλλοι εθνικισμοί στον «τρίτο κόσμο», έτσι και ο αιγυπτιακός γεννήθηκε μέσα από την πάλη ενάντια στην αποικιοκρατία. Τουλάχιστον σ’ αυτό το στάδιο, ο αιγυπτιακός εθνικισμός φαίνεται ότι ήταν πιο ελκυστικός στις μάζες από τον παναραβικό. Σημαντικός εκπρόσωπός του θεωρείται ο Σαάντ Ζαγκλούλ, που ήταν και ο πρώτος εκλεγμένος πρωθυπουργός της Αιγύπτου ως (τυπικά) ανεξάρτητου κράτους.

Ο Σαάντ Ζαγκλούλ (1857-1927) ήταν αγροτικής καταγωγής, κάτι που στήριξε την εικόνα «παιδιού του λαού» και τον βοήθησε να κερδίσει τις μάζες.
Πηγή εικόνας

Τα στοιχεία του αιγυπτιακού εθνικισμού ήταν (και μάλλον ακόμα είναι), εκτός φυσικά από την ιδέα της αιγυπτιακής ιδιαιτερότητας, η ενότητα και ισοτιμία Μουσουλμάνων και Χριστιανών, η εκτίμηση στην αιγυπτιακή διάλεκτο και στο αρχαίο αιγυπτιακό παρελθόν. Επίσης συνδέθηκε και με τη φιλελεύθερη και εκσυγχρονιστική κατεύθυνση του Ζαγκλούλ και του κόμματός του, Αλ Γουάφντ. Το τελευταίο ακόμα παίζει ρόλο στην πολιτική ζωή της Αιγύπτου.

Το σύμβολο του Αλ Γουάφντ: το μισοφέγγαρο και ο σταυρός συμβολίζουν την ενότητα Χριστιανών και Μουσουλμάνων.
Πηγή εικόνας

Η απομάκρυνση από την ιδέα του παναραβισμού μετά τον Νάσερ (στην οποία έπαιξε ρόλο και η συντριβή του ’67, κατά την οποία η Αίγυπτος έχασε τη χερσόνησο του Σινά) βοήθησε και στην επιστροφή του αιγυπτιακού εθνικισμού. Αυτό μάλλον υποστηρίχτηκε και από τις ελίτ, γιατί βοηθούσε όχι μόνο στην εκτόνωση της αυξανόμενης έντασης μεταξύ Κοπτών και Μουσουλμάνων, αλλά και τη σταθερότητα του κράτους – και μαζί του, και του πολιτικο-στρατιωτικού κατεστημένου. Κατά κάποιον τρόπο εξελίχθηκε δηλαδή και σε συντηρητική ιδεολογία. Η Πλατεία Ταχρίρ έδειξε όμως τουλάχιστον στιγμιαία και το επαναστατικό της δυναμικό.

Διαδηλωτές στην πλατεία Ταχρίρ ποζάρουν με την αιγυπτιακή σημαία πάνω σε αστυνομικό όχημα που κατέλαβαν.

Λιβανέζικος εθνικισμός

Ο λιβανέζικος εθνικισμός έχει τουλάχιστον ένα σημαντικό κοινό με τον αιγυπτιακό. Και στις δύο χώρες υπάρχουν κάτι σαν «εθνικές» εκκλησίες (Κόπτες στην Αίγυπτο, Μαρωνίτες στο Λίβανο) που τα μέλη τους, αν και αραβόφωνα, συχνά απορρίπτουν την αραβικότητά τους και διεκδικούν αντίθετα μια καταγωγή από τους «αυτόχθονους» πληθυσμούς (αρχαίους Αιγύπτιους και Φοίνικες αντίστοιχα).

Αν και οι δύο κοινότητες αποτελούν σημαντικό κοινωνικό στήριγμα των αντίστοιχων εθνικών ιδεολογιών, οι Μαρωνίτες στην περίπτωση του Λιβάνου είναι μάλλον κάτι παραπάνω: ο λιβανέζικος εθνικισμός γεννήθηκε εξ’ αρχής ως αντίδραση στον αραβικό (και το συριακό) εθνικισμό, προτείνοντας μια εναλλακτική εθνική ταυτότητα, που ταίριαζε κυρίως στους Μαρωνίτες.

Η Παναγία των Χαρίτων, η εκκλησία των Μαρωνιτών στην παλιά Λευκωσία, με τη σημαία του Λιβάνου να δείχνει τη σύνδεση ανάμεσα στη θρησκευτική κοινότητα και τη χώρα.

Η μαρωνίτικη κοινότητα ήταν πάντα συνδεδεμένη με την περιοχή του Όρους Λιβάνου, έχοντας την αίσθηση μιας απειλούμενης χριστιανικής-καθολικής νησίδας περικυκλωμένης από Μουσουλμάνους. Αυτή η θέση οδήγησε σε μια τάση απόρριψης της ένωσης με γειτονικές περιοχές και αντίθετα σ’ έναν προσανατολισμό προς τη Δύση (αν και όπως αναφέρθηκε σε άλλα άρθρα αυτό δεν ήταν απόλυτο: υπήρξαν και πολλοί Μαρωνίτες που υποστήριξαν τον παναραβισμό). Η ιδέα ενός ξεχωριστού λιβανέζικου έθνους, με φοινικική αντί αραβική καταγωγή, αποτέλεσε ιδεολογικό στήριγμα αυτής της απόρριψης.

Γεωφυσικός χάρτης του Λιβάνου: ο δυσπρόσιτος ορεινός όγκος ήταν η περιοχή που παραδοσιακά κατέφευγαν οι Μαρωνίτες. Πηγή εικόνας

Το φαράγγι Καντίσα με τις βουνοκορφές του όρους Λιβάνου, όπως φαίνονται από το Μπσαρέ. Αυτή η περιοχή είναι η καρδιά του μαρωνίτικου πολιτισμού και του λιβανέζικου εθνικισμού: μάλλον δεν είναι τυχαίο που ο κέδρος ως ορεινό δέντρο έχει γίνει και σύμβολό του.

Ο λιβανέζικος εθνικισμός αποτέλεσε την κύρια ιδεολογία της μαρωνίτικης ελίτ που κυβέρνησε το Λίβανο επί δεκαετίες, ιδιαίτερα της σκληρής μαρωνίτικης Δεξιάς, π.χ. της Φάλαγγας. Στον πόλεμο του ’58 όπως και στον κυρίως ειπείν εμφύλιο πόλεμο έπαιξε σημαντικό ρόλο ως ο ιδεολογικός αντίπαλος απέναντι στον παναραβισμό, το συριακό εθνικισμό και το σοσιαλισμό.

Άγαλμα του Πιέρ Τζεμαγέλ, ιδρυτή της Φάλαγγας, που συνδέθηκε με το λιβανέζικό εθνικισμό: όπως δείχνει και ο λιβανέζικος κέδρος (δεξιά) ως σύμβολό της.
Πηγή εικόνας

Σήμερα πάντως οι Μαρωνίτες έχουν χάσει ένα μέρος του κεντρικού τους ρόλου στο Λίβανο – επομένως και στη διαμόρφωση του λιβανέζικου εθνικισμού. Η «Επανάσταση των Κέδρων» το 2005, μάλλον η πιο πρόσφατη σημαντική έκφραση λιβανέζικου εθνικισμού (κύριο αίτημα ήταν ο τερματισμός της συριακής επιρροής και ο σεβασμός της λιβανέζικης ανεξαρτησίας) ήταν έργο μιας συμμαχίας Σουνιτών, Χριστιανών και Δρούζων, της οποίας δεν ηγούνταν κατ’ ανάγκην Μαρωνίτες.

Συριακός εθνικισμός

Ο συριακός εθνικισμός είναι πολύ ιδιαίτερη περίπτωση. Κατ’ αρχήν, δεν πρέπει να τον μπερδεύουμε με το σημερινό συριακό κράτος, που αποτελεί μόνο ένα μέρος αυτού που οι Σύριοι εθνικιστές αντιλαμβάνονται ως Μεγάλη Συρία. Αυτή συμπεριλαμβάνει και την Παλαιστίνη, την Ιορδανία και φυσικά το Λίβανο. Κάποιοι βλέπουν επιπρόσθετα σαν μέρος της και το Ιράκ, τη χερσόνησο του Σινά, τμήματα της Νότιας Τουρκίας – και την Κύπρο. Ο συριακός εθνικισμός στοχεύει άρα στην υπέρβαση και όχι στη διατήρηση των αποικιοκρατικών συνόρων: μ’ αυτήν την έννοια είναι ίσως πιο κοντά στον παναραβισμό παρά στο λιβανέζικο εθνικισμό.

Τα όρια της Μεγάλης Συρίας σύμφωνα με το Σ.K.Ε.Κ., το σύμβολο του οποίου απεικονίζεται πάνω αριστερά.
Πηγή εικόνας

Οι ρίζες του συριακού εθνικισμού βρίσκονται ήδη στους διανοούμενους του 19ου αιώνα (με διαφορετικές απόψεις όσον αφορά την αραβικότητα της Συρίας). Κεντρική προσωπικότητα της ιδεολογίας αυτής έμελλε να γίνει όμως τον επόμενο αιώνα ο Λιβανέζος Αντούν Σααντέχ. Η ελληνορθόδοξη καταγωγή του μάλλον δεν είναι τυχαία: η περιοχή συγκέντρωσης της ελληνορθόδοξης αραβικής κοινότητας συμπίπτει λίγο πολύ με τη Μεγάλη Συρία, και δεν ήταν λίγα τα μέλη της που έδειξαν ενδιαφέρον γι’ αυτήν την ιδεολογία. Εξάλλου, παρά την αντίθεση στον παναραβισμό, και οι δύο ιδεολογίες συμφωνούσαν στο θέμα της κοσμικότητας και στην ανάγκη διαχωρισμού κράτους και θρησκείας, κάτι που στη Μέση Ανατολή γενικά συμφέρει τις χριστιανικές κοινότητες.

Το 1932 ο Σααντέχ ίδρυσε το Συριακό Κοινωνικό Εθνικιστικό Κόμμα, έχοντας ίσως εμπνευστεί και από τα φασιστικά κινήματα της εποχής (όπως και να ‘χει, η πειθαρχία, η ιεραρχία, η αλληλεγγύη και η πίστη στη στρατιωτική δύναμη ήταν βασικά στοιχεία του).  Παρά τα όποια φασιστικά πρότυπα, θα μπορούσε όμως κάποιος να ισχυριστεί ότι η ιδεολογία του ήταν ίσως η πιο ανθρωπιστική, αφού αναγνώριζε ως ισότιμο μέρος του βασισμένου στη Γεωγραφία «συριακού έθνους» όλες τις θρησκευτικές (Χριστιανούς ή Μουσουλμάνους) ή εθνικές ομάδες (Άραβες, Κούρδους, Αρμένιους κ.α.). Με μια εξαίρεση: τους Εβραίους. Αυτό ήταν μάλλον συνέπεια του σιωνιστικού κινδύνου: ας μην ξεχνάμε ότι  οι Σιωνιστές έποικοι διεκδικούσαν ένα σημαντικό μέρος της Μεγάλης Συρίας, την Παλαιστίνη.

Ο Αντούν Σααντέχ γεννήθηκε το 1904. Πίστευε στη γεωγραφική, ιστορική και πολιτισμική ιδιαιτερότητα της «Μεγάλης Συρίας» σε σχέση με τον υπόλοιπο αραβικό κόσμο. Εκτελέστηκε το 1949 μετά από αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος στο Λίβανο.
Πηγή εικόνας

Το κόμμα απέκτησε σύντομα σημαντική δύναμη κυρίως στο Λίβανο, όπου οργάνωσε και τη δική του ένοπλη ομάδα. Έλαβε μέρος στον μίνι-εμφύλιο του ’58 στο πλευρό του Προέδρου Σαμούν και της Φάλαγγας, ενάντια δηλαδή στην Αριστερά και τους Παναραβιστές.

Τις επόμενες δεκαετίες πάντως το κόμμα άλλαξε τον προσανατολισμό του και κινήθηκε προς τα αριστερά. Στον «επίσημο» εμφύλιο του Λιβάνου (1975-90) συμμάχησε αυτήν τη φορά με την Αριστερά, τους Παναραβιστές και τους Παλαιστίνιους ενάντια στη χριστιανική Δεξιά και στη συνέχεια έλαβε μέρος και στην αντι-ισραηλινή αντίσταση. Είχε στενές σχέσεις με το συριακό καθεστώς του Άσαντ – παρ’ όλο που στην ίδια τη Συρία το κόμμα ήταν απαγορευμένο! Ήταν επίσης μια από τις οργανώσεις που χρησιμοποίησαν ως όπλο τις επιθέσεις αυτοκτονίας (αυτές δεν είναι αποκλειστικό «προνόμιο» των ισλαμιστικών ομάδων, όπως πολλοί νομίζουν), βοηθώντας την στο να χτίσει το μύθο της.

Η Λιβανέζα Σανάα Μεχάιντλι ήταν το 1985 ίσως η πρώτη γυναίκα παγκοσμίως που πραγματοποίησε επίθεση αυτοκτονίας, σε ηλικία μόλις 16 ετών, ως μέρος της αντίστασης στην ισραηλινή κατοχή της πατρίδας της. Μαζί της παρέσυρε στο θάνατο δύο ισραηλινούς στρατιώτες. Ήταν μέλος του Σ.Κ.Ε.Κ.
Πηγή εικόνας  

Το κόμμα συμμετέχει σήμερα στο Λίβανο στη συμμαχία της «8ης Μαρτίου» (υπέρ δηλαδή του καθεστώτος Άσαντ και μαζί με τη Χεζμπολάχ). Μετά από πολλές δεκαετίες, είναι τώρα ξανά νόμιμο και στη Συρία. Είναι πάντως αμφίβολο κατά πόσον η ιδεολογία του είναι ελκυστική για τους σημερινούς νέους στην περιοχή – τουλάχιστον στα διεθνή μέσα ακούγεται πολύ λιγότερο από άλλες ιδεολογίες.

Παλαιστινιακός εθνικισμός

Πρόκειται επίσης για ιδιαίτερη περίπτωση, αν και με διαφορετικό τρόπο. Σε αντίθεση με άλλους τοπικούς εθνικισμούς, ο παλαιστινιακός δεν έχει ένα κράτος προς υπεράσπιση: η ίδρυση αυτού του κράτους είναι το ζητούμενο. Η αντι-ισραηλινή αντίσταση ήταν και είναι ο πυρήνας της ιδεολογίας.

Οι ρίζες του παλαιστινιακού εθνικισμού βρίσκονται στην εποχή του Μεσοπολέμου, στις πρώτες διαμάχες ανάμεσα στους ντόπιους αραβικούς πληθυσμούς της Παλαιστίνης και τους Σιωνιστές έποικους. Ο σιωνιστικός κίνδυνος, η προοπτική ίδρυσης δηλαδή ενός κράτους με ξένο πληθυσμό στην ίδια τους τη γη, ανησύχησε όπως ήταν φυσικό τους Παλαιστίνιους. Αυτός ο κίνδυνος δεν άργησε να γίνει πραγματικότητα το 1948, οδηγώντας τους μισούς περίπου Παλαιστίνιους στην προσφυγιά. Δεν είναι περίεργο που οι Άραβες αναφέρονται σ’ αυτά τα γεγονότα ως «Νάκμπα«, δηλαδή καταστροφή (κάτι ανάλογο με τη Μικρασιατική Καταστροφή στην Ελλάδα).

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πάντως η σύγκρουση δεν ήταν απλά ανάμεσα σε Σιωνιστές και Παλαιστίνιους, αλλά ανάμεσα στο σιωνισμό και τον αραβικό εθνικισμό γενικά. Οι Παλαιστίνιοι εναπόθεταν τις ελπίδες τους στην αραβική ενότητα και τους Άραβες ηγέτες: ιδιαίτερα τον Νάσερ της Αιγύπτου, ο οποίος μιλούσε συνεχώς για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης.

Τελικά, η απογοήτευση από τους ενδοαραβικούς ανταγωνισμούς και την ανικανότητα των αραβικών χωρών να βοηθήσουν ουσιαστικά τον παλαιστινιακό σκοπό, άρχισαν να οδηγούν και σε άλλες σκέψεις. Ιδιαίτερα μετά την ήττα του ’67, οι Παλαιστίνιοι κινήθηκαν αποφασιστικά προς την ιδέα ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους. Μαζί του ήρθε και η επανεκτίμηση μιας ιδιαίτερης παλαιστινιακής ταυτότητας, η οποία εκφράστηκε και με σύμβολα όπως π.χ. η κεφίγιε, το γνωστό παλαιστινιακό μαντήλι. Ο παλαιστινιακός εθνικισμός αντικατέστησε έτσι σταδιακά τον παναραβικό – χωρίς αυτό να σημαίνει αναγκαστικά ότι οι Παλαιστίνιοι παραιτήθηκαν από την ιδέα ενός ευρύτερου αραβικού έθνους, το οποίο οφείλει να τους συμπαραστέκεται στον αγώνα τους.

Ο Γιασέρ Αραφάτ συνήθιζε να φοράει τη κεφίγιε με τρόπο που σχημάτιζε την τριγωνική μορφή του χάρτη της Παλαιστίνης.
Πηγή εικόνας 

Ο βασικά κοσμικός χαρακτήρας του παλαιστινιακού εθνικισμού, όπως τον εκφράζει η Φατάχ και γενικά η ΟΑΠ, μαζί με το κοινό όραμα ίδρυσης ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους και της απαλλαγής από την ισραηλινή κατοχή, είναι στοιχείο που ενώνει Χριστιανούς και Μουσουλμάνους Παλαιστίνιους. Τις τελευταίες δεκαετίες πάντως ο κύριος εσωτερικός αντίπαλος του κοσμικού παλαιστινιακού εθνικισμού δεν είναι ο παναραβισμός, αλλά ο ισλαμισμός, όπως τον εκφράζουν οργανώσεις σαν τη Χαμάς. Ακόμα κι αυτές πάντως δεν αρνούνται τη ρητορική και τα σύμβολα του παλαιστινιακού εθνικισμού: σημάδι για την απήχηση και το ενωτικό δυναμικό της ιδεολογίας.

Διαδήλωση υπέρ της παλαιστινιακής ενότητας και της προσέγγισης μεταξύ Χαμάς και Φατάχ.
Πηγή εικόνας 

Συμπεράσματα

Οι στόχοι των τοπικών εθνικισμών (μ’ εξαίρεση ίσως το συριακό) μπορεί να φαίνονται λιγότερο μεγαλεπήβολοι, σε σύγκριση μ’ αυτούς του παναραβισμού ή του μαρξισμού. Δεν είναι ίσως παράξενο που οι τελευταίοι ακούγονταν περισσότερο σε μια εποχή που γενικά ο κόσμος ενθουσιαζόταν με τις μεγάλες ιδεολογίες, ενώ οι πρώτοι είχαν μπει στο περιθώριο. Την εποχή μας πάντως φαίνονται να έχουν επανέλθει δυναμικά, και να είναι ως κοσμικές ιδεολογίες οι κύριοι ιδεολογικοί αντίπαλοι του ισλαμισμού.

Πρέπει επίσης να παραδεχτούμε πως τα αποικιοκρατικά ενδοαραβικά σύνορα άντεξαν τελικά πολύ περισσότερο απ’ ότι προέβλεπαν πολλοί. Σίγουρα δεν μπορούμε να ρίξουμε το φταίξιμο για την αποτυχία των ενωτικών ιδεολογιών μόνο στις δυτικές παρεμβάσεις ή το Ισραήλ – κάποιες από τις αιτίες είναι προφανώς ενδογενείς. Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι μόνοι που κατάφεραν να καταργήσουν (προσωρινά ή όχι) τουλάχιστον τα πιο τεχνητά και αφύσικα σύνορα, αυτά μεταξύ Ιράκ και Συρίας, είναι οι πλέον φανατικοί ισλαμιστές (Ισλαμικό Κράτος). Ούτε οι μαρξιστές, ούτε οι σύριοι εθνικιστές, ούτε οι παναραβιστές είχαν πλησιάσει αυτό το στόχο, κι ας είχαν καταλάβει την εξουσία σ’ αυτές τις χώρες. Στο τέλος λύγισαν μπροστά στη δύναμη (και) των τοπικών ανταγωνισμών.

Οι τοπικοί εθνικισμοί είναι πολύ πιθανόν να διατηρήσουν τη δύναμή τους για αρκετό καιρό ακόμα. Έχουν το πλεονέκτημα ότι βασίζονται σε σταθερά ισχυρές τοπικές ταυτότητες, και προβάλλουν στόχους που μοιάζουν σχετικά εύκολα πραγματοποιήσιμοι. Το ερώτημα είναι, κατά πόσον θα αποτελέσουν εμπόδιο για μια ενδοαραβική συνεννόηση, ή θα γίνουν μέρος μιας γόνιμης σύνθεσης, που θα λαμβάνει υπόψη της και τα κοινά αραβικά συμφέροντα.

Βιβλιογραφία:

Ο πολεμος του Λιβανου – Μερος Γ’: Το τελος;

Κλασσικό

Το 1988 ο πόλεμος στο Λίβανο έμπαινε ήδη στο 14ο έτος του. Είχε αφήσει πίσω του τεράστιες καταστροφές, χωρίς πλέον να ξέρει και ο κόσμος για ποιο σκοπό τελικά γίνεται. Ο λιβανέζικος λαός ήταν εξαντλημένος από τις μάχες και την κυριαρχία των ένοπλων ομάδων. Υπήρξαν μάλιστα και κάποιες κοινές εργατικές διαδηλώσεις κατά μήκος της Πράσινης Γραμμής: ο κόσμος ζητούσε ειρήνη. Παρ’ όλα αυτά, η τελευταία φάση του πολέμου, το ίδιο ή και περισσότερο καταστροφική με τις προηγούμενες, δεν είχε καν ξεκινήσει.

Το τελευταίο επεισόδιο: Ο Απελευθερωτικός Πόλεμος του Μισέλ Αούν

Το 1988 ήταν και η χρονιά που έληγε η θητεία του Προέδρου Αμίν Τζεμαγέλ. Η διαδοχή του είχε εξελιχθεί σε πολύ δύσκολη υπόθεση: υποψήφιοι υπήρχαν πολλοί, αλλά στάθηκε αδύνατο να βρεθεί κάποιος που θα δέχονταν τόσο οι αντιμαχόμενες λιβανέζικες παρατάξεις όσο και η Συρία. Μπροστά στο αδιέξοδο, ο Τζεμαγέλ, κυριολεκτικά λίγα λεπτά πριν τη λήξη της θητείας του, διόρισε προσωρινή κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Μαρωνίτη Στρατηγό Μισέλ Αούν. Αυτή θα είχε σκοπό να προετοιμάσει το έδαφος για την προεδρική εκλογή. Από τους Μουσουλμάνους αυτό θεωρήθηκε φυσικά παραβίαση του Εθνικού Συμφώνου, αφού με βάση αυτό ο πρωθυπουργός θα έπρεπε να είναι Σουνίτης. Έτσι, η κυβέρνηση του Σουνίτη Σαλίμ αλ-Χος αρνήθηκε να παραιτηθεί και να παραδώσει την εξουσία στον Αούν. Ο Λίβανος βρέθηκε έτσι χωρίς κανέναν πρόεδρο, αλλά με δυο παράλληλους πρωθυπουργούς.

Ο Μισέλ Αούν ήταν στρατηγός του Λιβανέζικου Στρατού. Η δράση του εναντίον των ένοπλων ομάδων, συμπεριλαμβανομένων και των χριστιανικών, που τόσο είχαν ταλαιπωρήσει τον λιβανέζικο πληθυσμό τα προηγούμενα χρόνια, τον βοήθησε να κερδίσει συμπάθειες ακόμα και από πολλούς Μουσουλμάνους. Ο ίδιος έβλεπε τον εαυτό του σαν τον ηγέτη που θα ένωνε όλους τους Λιβανέζους και θα ξεπερνούσε τους θρησκευτικούς διαχωρισμούς. Για να πετύχει το στόχο του όμως, είχε έναν κύριο εχθρό να αντιμετωπίσει: τη Συρία, που τότε ήταν με το στρατό της παρούσα μέσα στο Λίβανο. Το Μάρτη του ’89 κήρυξε τον Απελευθερωτικό Πόλεμο ενάντια στη συριακή κατοχή.

Στη μάχη αυτή ο Αούν μπορούσε να υπολογίζει στη εξωτερική βοήθεια των άλλων εχθρών του συριακού καθεστώτος του Άσαντ: την ΟΑΠ του Αραφάτ και το Ιράκ του Σαντάμ Χουσέιν. Αυτή όμως δεν μπορούσε φυσικά να τον προστατεύσει απέναντι στους μαζικούς βομβαρδισμούς της Ανατολικής Βηρυτού από τα συριακά στρατεύματα. Ιδιαίτερα αφού είχε ανοίξει ακόμα ένα μέτωπο: πολεμούσε ταυτόχρονα και ενάντια στις δυνάμεις του επίσης Μαρωνίτη Σαμίρ Ζάζα, κύριου ηγέτη τότε της χριστιανικής Δεξιάς.

Εν τω μεταξύ, με αραβική μεσολάβηση, οι διάφορες πλευρές κατέληξαν ήδη από το τέλος του ’89 σε μια συμφωνία για τη λήξη του πολέμου, τη Συμφωνία του Ταΐφ όπως ονομάστηκε. Ο Αούν δεν τη δέχτηκε και συνέχισε τον πόλεμο εναντίον της Συρίας. Οι διεθνείς εξελίξεις όμως ήταν αρνητικές γι’ αυτόν. Τον Αύγουστο του ’90, ο Σαντάμ Χουσέιν εισέβαλε στο Κουβέιτ. Αυτό δεν σήμαινε μόνο ότι ήταν πλέον πολύ απασχολημένος για να βοηθήσει τον Αούν, αλλά έφερε και μια προσέγγιση της Συρίας με τις ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ ήθελαν τη Συρία να συμμετάσχει στην εκστρατεία που ετοίμαζαν εναντίον του Σαντάμ – και η τιμή που πλήρωσαν γι’ αυτό ήταν να δώσουν ουσιαστικά στη Συρία ελευθερία κινήσεων στο Λίβανο. Προς το τέλος του ’90, ο Αούν είχε απομονωθεί σχεδόν εντελώς.

Τον Οκτώβρη τελικά η Συρία, μαζί με τους Λιβανέζους συμμάχους της, εξαπέλυσαν την τελική επίθεση, που έφτασε μέχρι την κατοικία του Αούν. Αυτός δεν είχε άλλη επιλογή από το να καταφύγει στη γαλλική πρεσβεία κι από εκεί στη Γαλλία. Μετά από 15 χρόνια και 5 μήνες, ο εμφύλιος πόλεμος του Λιβάνου είχε τελειώσει.

Ο Μισέλ Αούν. Σε μια (για τα λιβανέζικα δεδομένα όχι τόσο ασυνήθιστη) στροφή 180 μοιρών, σήμερα ηγείται της πιο σημαντικής χριστιανικής ομάδας του φιλοσυριακού στρατοπέδου.
Πηγή: http://www.lebanonews.net

Η δύσκολη εφαρμογή της Συμφωνίας του Ταΐφ

Η συμφωνία τερματισμού του πολέμου, που πήρε το όνομα της από τη σαουδαραβική πόλη στην οποία είχε γίνει η σχετική σύσκεψη, είχε ήδη υπογραφεί από το τέλος του ’89, αλλά λόγω της μη αποδοχής της από τον Αούν, έπρεπε να περιμένει μέχρι την ήττα του στα τέλη του ’90 για να εφαρμοστεί. Τα βασικά της σημεία ήταν τα εξής:

  • Η αναλογία με την οποία μοιράζονταν οι κοινοβουλευτικές έδρες, μετατράπηκε από 6:5 (υπέρ των Χριστιανών) σε 1:1.
  • Το σύστημα έγινε λίγο πιο κοινοβουλευτικό, ενδυναμώνοντας κάπως το ρόλο του (Σουνίτη) πρωθυπουργού και του (Σιίτη) Προέδρου της Βουλής, σε σχέση μ’ αυτόν του (Μαρωνίτη) Προέδρου της Δημοκρατίας.
  • Έγινε μια επανάληψη ουσιαστικά της αρχής της αραβικότητας αλλά και ανεξαρτησίας και ενότητας του Λιβάνου.
  • Η κατάργηση των επίσημων θρησκευτικών διαχωρισμών αναφέρθηκε ως ιδεατός στόχος, παραπέμφθηκε όμως σε κάποιο ακαθόριστο χρονικό σημείο στο μέλλον.
  • Οι ένοπλες ομάδες έπρεπε να παραδώσουν τα όπλα τους και να παραμείνουν μόνο οι επίσημες κρατικές λιβανέζικες ένοπλες δυνάμεις.
  • Καθοριζόταν επίσης ο στόχος της απελευθέρωσης του Νότιου Λιβάνου από την ισραηλινή κατοχή.

Η εφαρμογή αποδείχτηκε δύσκολη, όπως ήταν αναμενόμενο. Η Χεζμπολάχ αρνήθηκε να καταθέσει τα όπλα της, με τη δικαιολογία ότι ήταν υποχρεωμένη να αμυνθεί ενάντια στη (συνεχιζόμενη) ισραηλινή κατοχή. Ακόμα και σήμερα, 14 χρόνια μετά την αποχώρηση του ισραηλινού στρατού, συνεχίζει να λειτουργεί ως ένοπλη ομάδα παράλληλα με το λιβανέζικο στρατό. Οι πολιτικές δολοφονίες και οι βομβιστικές επιθέσεις δεν σταμάτησαν ποτέ εντελώς, με αποκορύφωμα τη δολοφονία του πρωθυπουργού Ραφίκ Χαρίρι το 2005. Σε κάποια χρονικά σημεία αναβίωσαν μάλιστα κι οι μάχες μεταξύ ένοπλων ομάδων, όπως έγινε π.χ. το 2008 στη Βηρυτό (όπου ευτυχώς σταμάτησαν πριν πάρουν μεγαλύτερες διαστάσεις) ή όπως από το 2011 και μετά στην Τρίπολη μεταξύ Αλαουιτών και Σουνιτών ισλαμιστών. Και φυσικά δεν μπορεί κάποιος να ξεχάσει και τον πόλεμο του 2006 με το Ισραήλ.

Πορτραίτο του Ραφίκ Χαρίρι, Σουνίτη μεγαλοεπιχειρηματία με σαουδαραβικές διασυνδέσεις, που μετά το τέλος του εμφυλίου διετέλεσε πρωθυπουργός επί 10 χρόνια. Δολοφονήθηκε το 2005, με φημολογούμενη ανάμιξη της Συρίας και της Χεζμπολάχ. Η δολοφονία του ήταν η αφορμή για ένα κύμα διαδηλώσεων, που είχε ως αποτέλεσμα την αποχώρηση του συριακού στρατού.
Πηγή: cnn.com

Σήμερα, η πολιτική κατάσταση χαρακτηρίζεται από το χωρισμό σε δύο βασικά στρατόπεδα: το «αντισυριακό» (πιο σωστά: αντι-Άσαντ), ονομαζόμενο «της 14ης Μαρτίου», και το φιλοσυριακό, που λέγεται «της 8ης Μαρτίου». Οι περισσότερες σουνιτικές δυνάμεις στηρίζουν το πρώτο, ενώ οι σιιτικές (κυρίως η Αμάλ και η Χεζμπολάχ) αποτελούν τον πυρήνα του δεύτερου. Οι Χριστιανοί και η (περιθωριοποιημένη πλέον) Αριστερά είναι διασπασμένοι και διχασμένοι ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα, ενώ οι Δρούζοι υπό τον Τζουμπλάτ λειτουργούν σαν εκκρεμές, μετακινούμενοι πότε προς το ένα και πότε προς το άλλο.

Ο Ουαλίντ Τζουμπλάτ (κάτω δεξιά) μαζί με Δρούζους uqqal. Η συνεχής αλλαγή στρατοπέδων, που χαρακτηρίζει τη μεταπολεμική του δράση, έχει γίνει σχεδόν παροιμιώδης. Παρ’ όλα αυτά παραμένει ο πιο σημαντικός ηγέτης των Δρούζων.

Επίλογος για έναν ανούσιο (;) πόλεμο

Πριν το 1975, ο Λίβανος ήταν γνωστός ως η «Ελβετία της Μέσης Ανατολής» και η Βηρυτός ως το «Παρίσι της Μέσης Ανατολής». Είχε πίσω του δεκαετίες συνεχούς (αν και άνισης) οικονομικής ανάπτυξης, ήταν μια κοινωνία σε μεγάλο βαθμό αστικοποιημένη και είχε ένα (για τα αραβικά δεδομένα) πολύ ψηλό επίπεδο παιδείας. Ήταν επίσης ένας σημαντικός τουριστικός προορισμός (1,5 εκατομμύριο τουρίστες πριν το 1975). Το 1990, ήταν μια χώρα κατεστραμμένη απ’ τον πόλεμο, υπό τον έλεγχο διάφορων ένοπλων ομάδων, με 90-150.000 νεκρούς πίσω της, πολλοί απ’ αυτούς άμαχοι κι αρκετοί μέχρι σήμερα αγνοούμενοι, που ο μόνος λόγος για τον οποίο σκοτώθηκαν ήταν η θρησκεία που αναγραφόταν στην ταυτότητά τους. Έκτοτε υπήρξε μια εξέλιξη και μια ανοικοδόμηση, αλλά πάντως δύσκολα θα αποκτήσει ο Λίβανος την παλιά του δόξα .

Για τις πολλές σφαγές αμάχων δεν υπήρξε ουσιαστικά καμία τιμωρία, ακόμα και για την παγκόσμια γνωστή περίπτωση της Σάμπρα και Σατίλα. Οι υπεύθυνοι του πολέμου είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοί που ακόμα κυβερνούν τη χώρα. Αν και έχουν υπάρξει κάποιες αντιδράσεις από την κοινωνία των πολιτών σ’ αυτό το θέμα, δεν είχαν τόση βαρύτητα ώστε ν’ αλλάξουν κάτι.

Γιατί όμως έπρεπε να γίνει τελικά αυτός ο πόλεμος και γιατί να κρατήσει τόσο πολύ; Για να μπορέσουμε να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα, είναι σημαντικό να συγκρατήσουμε μερικές ιδιαιτερότητές του:

Ο βαθμός των εξωτερικών επεμβάσεων: Στη διάρκεια του πολέμου αναμίχθηκαν τουλάχιστον οι ακόλουθες χώρες: Συρία, Ισραήλ, ΗΠΑ, Γαλλία, Ιράκ, Σαουδική Αραβία, Ιράν, Λιβύη. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι είχε γίνει θέμα… πρεστίζ για κάθε δύναμη της περιοχής, να έχει τουλάχιστον μια στρατιωτική ομάδα της επιρροής της στον πόλεμο του Λιβάνου.

Η διάσπαση του πολέμου: Ο «Πόλεμος του Λιβάνου» είναι ουσιαστικά πολλοί πόλεμοι στη συσκευασία ενός: διετής πόλεμος Λιβανέζικου Μετώπου – Εθνικού Κινήματος/Παλαιστινίων, ισραηλινή εισβολή και αντίσταση, Πόλεμος του Βουνού μεταξύ Δρούζων και Μαρωνιτών, Πόλεμος των Καταυλισμών μεταξύ Σιιτών και Παλαιστινίων, ενδοσιιτική σύγκρουση Αμάλ-Χεζμπολάχ, Απελευθερωτικός Πόλεμος του Αούν. Για να μην αναφέρουμε και τις πολλές άλλες μικρότερες συγκρούσεις.

Ο χαρακτήρας της σύγκρουσης κι η εξέλιξή του: Ξεκίνησε περίπου ως εξέγερση με πολιτικο-κοινωνικό πρόσημο, για να καταλήξει ως μια χαοτική σύγκρουση διάφορων καπετανάτων, με εναλλασσόμενες συμμαχίες. Πολλοί τον θεώρησαν θρησκευτικό πόλεμο, πιστεύω όμως ότι με τη σύντομη περιγραφή που έκανα σ’ αυτά τα άρθρα έγινε καθαρό ότι αυτό δεν θα ήταν ακριβές. Οι ηγέτες της Αριστεράς ήταν πολύ συχνά Χριστιανοί, οι ενδοκοινοτικές συγκρούσεις ήταν σε διάφορες φάσεις του πολέμου πιο έντονες, ενώ ακόμα και οι ηγέτες των ομάδων που εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα μιας κοινότητας ήταν κατά κανόνα «κοσμικοί» παρά θρησκευτικοί. Είναι χαρακτηριστικό ότι σχεδόν καμία απ’ αυτές τις ομάδες δεν οριζόταν επίσημα με βάση τη θρησκεία, αλλά προτιμούσε ν’ αναφέρεται στην ιδεολογία της, και ήταν θεωρητικά ανοικτή σε άτομα απ’ όλες τις κοινότητες. Η (κυρίως μαρωνιτική) Φάλαγγα στηριζόταν στον λιβανέζικο εθνικισμό, το (κυρίως σουνιτικό) Μουραμπιτούν στον παναραβικό εθνικισμό, το κόμμα του Τζουμπλάτ (που εκπροσωπούσε τους Δρούζους) στον σοσιαλισμό και ούτω καθεξής. Ακόμα κι η Χεζμπολάχ εγκατέλειψε σταδιακά το στόχο μιας σιιτικής θεοκρατίας και προτιμά πλέον να ταυτίζεται με την αντι-ισραηλινή αντίσταση.

Το (επιφανειακά) μηδενικό αποτέλεσμα: ο λιβανέζικος πόλεμος δεν είχε ένα καθαρό αποτέλεσμα, νικητές και ηττημένους. Η συμφωνία του Ταΐφ δεν διέφερε και πολύ από το προπολεμικό καθεστώς: μετά από 15 χρόνια καταστροφικών μαχών η χώρα επέστρεψε λίγο-πολύ εκεί που ήταν πριν. Όλες οι ομάδες είχαν ουσιαστικά αποτύχει στους στόχους τους: αυτοί που ήθελαν την ανατροπή του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος είδαν τη διαιώνισή του, ενώ αυτοί που ήθελαν με κάθε κόστος τη διατήρηση της λιβανέζικης ανεξαρτησίας είδαν μια διπλή ισραηλινό-συριακή κατοχή της χώρας. Από μια θετική άποψη, μπορούμε τουλάχιστον να πούμε ότι δεν είχε ως αποτέλεσμα μια μόνιμη γεωγραφική διαίρεση σε εθνο-θρησκευτικά «καθαρές» πολιτικές οντότητες, όπως συνέβη στα Βαλκάνια αλλά και στην Κύπρο (αν και σαφώς ο πόλεμος βοήθησε στο να αυξηθεί ο βαθμός εθνο-θρησκευτικής καθαρότητας στις διάφορες περιοχές που συναποτελούν το Λίβανο).

Μια δεύτερη ματιά δείχνει φυσικά ότι σε κοινωνικό επίπεδο τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά. Η τραγική ειρωνεία ήταν ότι οι αντιμαχόμενες ομάδες που ουσιαστικά ξεκίνησαν τον πόλεμο, πέρασαν ως συνέπειά του σχεδόν όλες σε δεύτερη μοίρα. Οι Παλαιστίνιοι κι η ΟΑΠ σχεδόν εξαφανίστηκαν από το πολιτικό σκηνικό του Λιβάνου, η κομμουνιστική Αριστερά (ακολουθώντας και τις διεθνείς τάσεις) περιθωριοποιήθηκε, ενώ η μαρωνίτικη Δεξιά αποδυναμώθηκε μεταξύ άλλων και μέσω της μαζικής μετανάστευσης που προκάλεσε ο πόλεμος, στην οποία υπερεκπροσωπούνταν οι Χριστιανοί. Οι Μαρωνίτες κατέληξαν να είναι περίπου μια μειονότητα σ’ ένα κράτος που παραδοσιακά θεωρούσαν «δικό τους».

Αντίθετα, αναδείχθηκαν νέες ομάδες σε κυρίαρχο ρόλο. Η σουνιτική ελίτ του τύπου Ραφίκ Χαρίρι, συνδεδεμένη με τη Σαουδική Αραβία και τις άλλες μοναρχίες του Κόλπου, φαίνεται ότι σε κάποιο βαθμό αντικατέστησε τη μαρωνίτικη κυριαρχία, ενώ το σιιτικό-ισλαμιστικό κίνημα της Χεζμπολάχ, που γεννήθηκε μέσα στον πόλεμο, εξελίχθηκε σε πολύ αποφασιστικό παράγοντα, δίπλα φυσικά και στην άλλη σιιτική δύναμη, την Αμάλ. Οι δύο τελευταίες δυνάμεις εκπροσωπούν και τα συριακά-ιρανικά συμφέροντα.

Ίσως αυτές οι εξελίξεις να δείχνουν και την ουσία του λιβανέζικου πολέμου: το πέρασμα από μια εποχή που κυριαρχούσε η σύγκρουση προοδευτικών και συντηρητικών ιδεολογιών, σε μια που οι συγκρούσεις έχουν λιγότερο ιδεολογικό κι όλο και περισσότερο «κοινοτικό» ή προσωποκεντρικό χαρακτήρα. Ο λιβανέζικος πόλεμος είχε από την αρχή και τα δύο αυτά στοιχεία ταυτόχρονα, αλλά όσο εξελισσόταν τόσο φαινόταν ότι το δεύτερο κυριαρχούσε. Στο Λίβανο, όπως και στη Μέση Ανατολή γενικά, αυτό εκφράζεται σήμερα κυρίως μέσω της σύγκρουσης Σουνιτών-Σιιτών, μια τραγική αναβίωση μιας παλιότερης σύγκρουσης που μπορεί να φαινόταν πριν μερικές δεκαετίες ότι είχε ξεπεραστεί.

Πώς θα καταγραφεί τελικά ο Πόλεμος του Λιβάνου από τους ιστορικούς του μέλλοντος; Ως ένα δυστυχές διάλειμμα σε μια κατά τ’ άλλα πετυχημένη πολυθρησκευτική συμβίωση; Ή ως το πρώτο βήμα μιας διαδικασίας βίαιης μετάλλαξης της Μέσης Ανατολής, από πολυθρησκευτική περιοχή σε περιοχή με «καθαρά» εθνο-θρησκευτικά κράτη, ανάλογη μ’ αυτήν που είδαμε στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία και μεταξύ άλλων έφερε και τη διχοτόμηση της Κύπρου;

Δυστυχώς, υπάρχουν πολλά στοιχεία που δείχνουν προς τη δεύτερη εναλλακτική. Κυρίως ο πόλεμος της Συρίας, που έχει αρκετά παρόμοια χαρακτηριστικά μ’ αυτόν του Λιβάνου. Αλλά με μια αγριότητα και φανατισμό, που κάνει το λιβανέζικο εμφύλιο να μοιάζει σχετικά ήπιος. Σε 3 μόνο χρόνια πολέμου, η Συρία μετράει ήδη περισσότερους νεκρούς και πρόσφυγες παρά ο Λίβανος σε όλα τα 16 χρόνια του εμφυλίου.

Δίπλα στη σύγκρουση Σουνιτών-Σιιτών, πολύ λυπηρή είναι και η εξέλιξη των χριστιανικών κοινοτήτων, οι οποίες μειώνονται και σε αριθμό και σε σημασία, ακόμα και στο Λίβανο. Και μόνο το ότι σήμερα πρέπει να τονίζεται από τους Λιβανέζους αξιωματούχους ότι οι Χριστιανοί αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού και της κοινωνίας της Μέσης Ανατολής, είναι τραγικό. Πριν μόλις μερικές δεκαετίες, αυτό ήταν αυτονόητο – εξάλλου ο Χριστιανισμός είναι θρησκεία μεσανατολικής προέλευσης.

Από την άλλη, αυτή η διαδικασία δεν είναι και χωρίς αντίδραση. Οι ελπίδες ανατροπής του πλαισίου που προσπαθούν να επιβάλλουν οι δυνάμεις του θρησκευτικού-πολιτισμικού διαχωρισμού (και στις τελευταίες συγκαταλέγονται και δυτικοί διανοούμενοι του τύπου Σάμιουελ Χάντιγκτον) είναι ακόμα αρκετές. Για να μπορέσουν όμως να πραγματοποιηθούν, πρέπει να δυναμώσουν ξανά οι ενωτικές προοδευτικές ιδεολογίες και να τολμήσουν αυτές την αναμέτρηση με το στάτους κβο. Ο πολύ νέος πληθυσμός των αραβικών χωρών, που εκφράστηκε μέσω των εξεγέρσεων της Αραβικής Άνοιξης, είναι η μεγαλύτερη ελπίδα προς αυτήν την κατεύθυνση.


Σχετικά επεισόδια του ντοκυμαντέρ «ο πόλεμος του Λιβάνου»

Βιβλιογραφία:

  • Sune Haugbolle (2011): The historiography and the memory of the Lebanese civil war (σύνδεσμος)
  • Hassan Krayem: The Lebanese Civil War and the Taif Agreement (σύνδεσμος)
  • Samir Makdisi & Richard Sadaka (2003): The Lebanese Civil War, 1975-1990. (σύνδεσμος)
 

Ο πολεμος του Λιβανου – Μερος Β’: Ξενες επεμβασεις

Κλασσικό

Μετά από δυο χρόνια πολέμου, ο Λίβανος δεν ήταν πια στις αρχές του 1977 ο ίδιος. Ο λιβανέζικος στρατός είχε διασπαστεί και το κράτος είχε περάσει σε δεύτερο ρόλο σε σχέση με τις διάφορες ένοπλες οργανώσεις. Ο συριακός στρατός ήταν μέσα στη χώρα. Η Βηρυτός είχε ουσιαστικά διχοτομηθεί. Από τη μια ήταν η Δυτική Βηρυτός, η οποία ελεγχόταν από το Εθνικό Κίνημα και τους Παλαιστίνιους: κατά πλειοψηφία ήταν μουσουλμανική, αλλά όχι απόλυτα, αφού μεγάλο ποσοστό των μελών των αριστερών οργανώσεων ήταν χριστιανικής καταγωγής. Από την άλλη, η Ανατολική Βηρυτός ήταν ελεγχόμενη από τη χριστιανική Δεξιά. Τις δύο πλευρές χώριζε η Πράσινη Γραμμή (αυτή δεν είναι «προνόμιο» της Λευκωσίας).

Η Πράσινη Γραμμή της Βηρυτού
Πηγή: en.wikipedia.org

Η συριακή επέμβαση είχε αλλάξει τα δεδομένα, κάνοντας την κατάσταση πιο περίπλοκη. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η σύγκρουση φαινόταν σχετικά απλή και τα στρατόπεδα ξεκάθαρα: από τη μια ένα συντηρητικό δεξιό χριστιανικό μέτωπο με συμπάθειες από την αμερικανική κι ισραηλινή πλευρά, κι από την άλλη μια συμμαχία Αριστερών-Μουσουλμάνων-Παναραβιστών-Παλαιστινίων, η οποία είχε την εύνοια των θεωρούμενων ως προοδευτικών αντι-ιμπεριαλιστικών αραβικών καθεστώτων. Η στροφή όμως του συριακού καθεστώτος, το οποίο συγκαταλεγόταν στα τελευταία, προς τη λιβανέζικη Δεξιά, ήταν ουσιαστικά η αρχή της αποσύνθεσης αυτού του πολιτικού σκηνικού. Μέσα στα επόμενα χρόνια, τα στρατόπεδα θα άλλαζαν διαρκώς, σε σημείο που να μην ξέρει κάποιος ποιος είναι ο τελικά ο φίλος του και ποιος ο εχθρός.

Η ισραηλινή επέμβαση κι η άνοδος του Μπασίρ Τζεμαγέλ

Λίγους μόνο μήνες μετά τη σχετική ειρήνευση, η βία επανήλθε. Οι Παλαιστίνιοι κι ο Τζουμπλάτ δεν φαίνονταν πρόθυμοι να συμβιβαστούν με τη συριακή κατοχή και την επαναφορά στο προπολεμικό καθεστώς. Συγκρούσεις Παλαιστινίων και χριστιανικής Δεξιάς ξέσπασαν στο Νότιο Λίβανο. Ταυτόχρονα όμως, η δράση των παλαιστινιακών ένοπλων ομάδων τους αποξένωσε ακόμα και από τον σιιτικό πληθυσμό του Νότου, που έπρεπε να υπομένει τα ισραηλινά αντίποινα.

Η στάση της Συρίας άλλαξε ακόμα μια φορά κι έγινε λιγότερο ευνοϊκή προς τη Δεξιά. Αυτό όμως είχε σαν αποτέλεσμα την περαιτέρω προσέγγιση του Ισραήλ με τη Φάλαγγα, ως αντίδραση. Στην τελευταία κυριαρχούσε τώρα ο γιος του ιδρυτή Πιέρ Τζεμαγέλ, ο Μπασίρ, γνωστός για την αδιαλλαξία και το σκληρό του χαρακτήρα.

Ο Μπασίρ Τζεμαγέλ
Πηγή: yallamusic.files.wordpress.com

Τρεις πολιτικές δολοφονίες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην πορεία των πραγμάτων. Το 1977 σκοτώθηκε ο χαρισματικός Καμάλ Τζουμπλάτ, πράγμα που μάλλον οδήγησε σταδιακά στην αποδυνάμωση της Αριστεράς. Έπειτα, το ’78 εξαφανίστηκε ο Σιίτης ηγέτης της Αμάλ, Μούσα αλ Σάντρ, στη διάρκεια ταξιδιού του στη Λιβύη, με υποψίες για παλαιστινιακή ανάμιξη. Αυτό μάλλον συνέτεινε στην επιδείνωση των σχέσεων Σιιτών και Παλαιστινίων, οι οποίες ήταν ήδη επιβαρυμένες, όπως είδαμε πριν. Και τέλος, το ’79 δολοφονήθηκε ο Αμπού Χασάν, ο έμπιστος του Αραφάτ που έπαιζε το ρόλο συνδέσμου ανάμεσα στους Παλαιστίνιους και τους Φαλαγγίτες. Μετά απ’ αυτό, εντάθηκε η προσέγγιση της Φάλαγγας με το Ισραήλ.

Το 1978 το Ισραήλ εισέβαλε για πρώτη φορά στο Νότιο Λίβανο, με σκοπό να εκδιώξει τους Παλαιστίνιους μαχητές και να δημιουργήσει μια ζώνη ασφαλείας. Ο ισραηλινός στρατός αποχώρησε μετά από λίγο, φρόντισε όμως να αφήσει τον έλεγχο της περιοχής σε μια νεοσυσταθείσα δύναμη: τον Νοτιο-Λιβανέζικο Στρατό υπό την ηγεσία του Σαάντ Χαντάντ, ο οποίος συνέχισε την καταδίωξη των Παλαιστινίων και συνεργάστηκε απροκάλυπτα με το Ισραήλ. Αυτό φυσικά ευνόησε και τον άλλο σύμμαχο του Ισραήλ στον Λίβανο, δηλαδή τη Φάλαγγα και τον Μπασίρ Τζεμαγέλ.

Ο Σαάντ Χαντάντ, αρχηγός του Νότιο-Λιβανέζικου Στρατού. Μετά την οριστική αποχώρηση του ισραηλινού στρατού το 2000 από το Νότιο Λίβανο, τα μέλη του στρατού θεωρήθηκαν προδότες και καταδιώχθηκαν. Πολλοί κατέφυγαν και ζουν μέχρι σήμερα στο Ισραήλ.
Πηγή: histoiremilitairedumoyenorient.wordpress.com

Ήδη από το 1978 η Φάλαγγα είχε μετακινήσει την επιθετικότητά της όχι μόνο προς την Αριστερά, τους Παλαιστινίους και τη Συρία, αλλά κι ενάντια στις άλλες πρώην σύμμαχες μαρωνιτικές οργανώσεις. Εξόντωσε σχεδόν ολόκληρη την ομάδα του πρώην προέδρου Φραντζίγιε, ο οποίος κρατούσε πιο φιλο-συριακή στάση. Το 1980 επιτέθηκε και νίκησε και την άλλη σημαντική μαρωνίτικη δύναμη, αυτήν του Ντάνι Σαμούν, γιου του άλλου πρώην προέδρου. Μ’ αυτόν τον τρόπο, όλες οι μαρωνιτικές δυνάμεις ενώθηκαν υπό την κυριαρχία της Φάλαγγας και με τον νέο τίτλο «Λιβανέζικες Δυνάμεις«. Κι ο Μπασίρ Τζεμαγέλ ένιωθε ότι άνοιγε ο δρόμος για την απόλυτη εξουσία.

Το 1982 έγινε τελικά αυτό που πολλοί περιμένανε και ο Τζεμαγέλ προσδοκούσε. Ο ισραηλινός στρατός, υπό την ηγεσία του Αριέλ Σαρόν, εισέβαλε για δεύτερη φορά στον Λίβανο – αυτή τη φορά όμως για να μείνει. Και δεν σταμάτησε όπως την τελευταία φορά λίγο μακριά από τα σύνορα, όσο χρειαζότανε δηλαδή για να εγγυηθεί την ασφάλεια του Ισραήλ από παλαιστινιακές επιθέσεις. Αντίθετα, προς έκπληξη πολλών, συνέχισε την προέλαση του μέχρι την πρωτεύουσα. Ήταν φανερό ότι στόχος ήταν ο ίδιος ο Γιασέρ Αραφάτ: για το Ισραήλ, αυτή ήταν η ολοκληρωτική μάχη με την ΟΑΠ (Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης), η οποία είχε γίνει υπερβολικά δυνατή κι επικίνδυνη.

Μετά από δύο μήνες σκληρής πολιορκίας και βομβαρδισμών της Δυτικής Βηρυτού, η αντίσταση των Παλαιστίνιων κάμφθηκε. Ο Αραφάτ μαζί με την ηγεσία της ΟΑΠ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Λίβανο – παρεμπιπτόντως, με πρώτο ενδιάμεσο σταθμό την Αθήνα (για να θυμόμαστε ότι υπήρχαν και τέτοιες εποχές). Κι ο Μπασίρ Τζεμαγέλ πέτυχε τελικά το στόχο του: έφτασε ως το προεδρικό αξίωμα, πατώντας όμως πάνω στα ισραηλινά άρματα. Δεν πρόλαβε να χαρεί την επιτυχία του: δολοφονήθηκε τον Σεπτέμβρη του ’82, πριν ακόμα ορκιστεί.

Η ισραηλινή κατοχή της Βυρητού – Σάμπρα και Σατίλα

Μετά τη δολοφονία του Τζεμαγέλ, ο ισραηλινός στρατός εισήλθε μέσα στη Δυτική Βηρυτό. Κι έτσι για πρώτη – και τελευταία μέχρι στιγμής – φορά στην ιστορία του, βρέθηκε να κατέχει μια αραβική πρωτεύουσα. Το σοκ ήταν μεγάλο, δεν έμεινε όμως χωρίς αντίδραση. Σχεδόν άμεσα ιδρύθηκε το Μέτωπο Λιβανέζικης Εθνικής Αντίστασης (γνωστό από τα αραβικά αρχικά του ως «Τζαμούλ«), κυρίως από τα κομμουνιστικά κι άλλα αριστερά κόμματα, οργανώνοντας επιθέσεις στα ισραηλινά στρατεύματα και κάνοντας το κόστος της κατοχής μεγάλο.

Ο (Μαρωνίτης) Ελίας Ατάλαχ, ηγέτης του Τζαμούλ.
Πηγή: http://www.alkalimaonline.com

Τελικά, ο ισραηλινός στρατός αποχώρησε από τη Δυτική Βηρυτό μετά από μερικές μόνο μέρες. Θα υποχωρούσε σταδιακά μέχρι την περιοχή του Νότιου Λιβάνου κοντά στα σύνορα του Ισραήλ, την οποία έμελλε να κατέχει για ακόμα 18 χρόνια. Πριν φύγει όμως, ο ισραηλινός στρατός θα συνδεόταν με μια από τις πιο μεγάλες σφαγές σε ολόκληρη την ιστορία του λιβανέζικου εμφυλίου.

Στις 16.9.82, δύο μόλις μέρες μετά τη δολοφονία του Μπασίρ Τζεμαγέλ, Φαλαγγίτες εξοργισμένοι για το φόνο του αρχηγού τους μπήκαν στις συνοικίες Σάμπρα και Σατίλα (η δεύτερη είναι παλαιστινιακός καταυλισμός), με την άδεια του ισραηλινού στρατού, υποτίθεται για την εξουδετέρωση κάποιων εναπομείναντων Παλαιστίνιων μαχητών. Θα μείνουν εκεί δυο μέρες, οργανώνοντας ένα πραγματικό όργιο βίας. Ο απολογισμός: 1400 – 2000 νεκροί (ανάμεσά τους πολλά γυναικόπαιδα και γέροι), καθώς και μαζικοί βιασμοί. Ο ισραηλινός στρατός, ο οποίος ακόμα κατείχε τότε τη Βηρυτό, έμεινε απ’ έξω παρακολουθώντας τη σφαγή, αναλαμβάνοντας κιόλας κατά παράκληση των Φαλαγγιτών τον νυχτερινό φωτισμό με φωτοβολίδες.

Εικόνες από τη Σάμπρα και Σατίλα.
Πηγή: http://www.independent.co.uk

Η σφαγή και η αδιαφορία ή συνενοχή του ισραηλινού στρατού προκάλεσε παγκόσμια κατακραυγή, ακόμα και μέσα στο ίδιο το Ισραήλ. Η επιτροπή που συστάθηκε εκεί για να εξετάσει το γεγονός, απέδωσε ευθύνες στο στρατό για την απραξία του. Ο τότε υπουργός Άμυνας Αριέλ Σαρόν εξαναγκάστηκε σε παραίτηση – για να επανέλθει 18 χρόνια μετά ως πρωθυπουργός. Στον ίδιο τον Λίβανο πάντως, κανείς δεν τιμωρήθηκε ποτέ σε σχέση με τα γεγονότα. Ο πιθανός ηγέτης των δραστών θα γινόταν μάλιστα και υπουργός, μετά το τέλος του πολέμου.

Η διεθνοποίηση του πολέμου κι η επικράτηση της Συρίας

Στη σκιά των σφαγών της Σαμπρά και Σατίλα, ο ισραηλινός στρατός αποχώρησε από τη Βηρυτό και μια διεθνής δύναμη, στην οποία συμμετείχαν ΗΠΑ, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία και Ιταλία, έφτασε στη χώρα. Ο Αμίν Τζεμαγέλ, αδελφός του Μπασίρ, ανέλαβε την προεδρία αντί αυτού, ενώ ο επίσημος Λιβανέζικος Στρατός επέστρεψε μετά από χρόνια στη Δυτική Βηρυτό. Ξεκίνησαν συνομιλίες για να συμφωνηθεί μια ισραηλινή (και συριακή) αποχώρηση. Για μια ακόμα φορά, κάποιοι πίστεψαν ότι ο πόλεμος έφτανε στο τέλος του.

Δεν άργησαν να διαψευστούν κι αυτές οι ελπίδες. Ο Λιβανέζικος Στρατός άρχισε να συλλαμβάνει κόσμο και γενικά η μαρωνίτικη Δεξιά να συμπεριφέρεται ως νικήτρια του πολέμου. Πολλοί αντιπολιτευόμενοι εξαφανίστηκαν χωρίς ίχνη, αυξάνοντας πάλι την ένταση. Στο νότιο μέρος της οροσειράς του Λιβάνου και στα βουνά Σουφ ξέσπασαν πάλι ένοπλες συγκρούσεις ανάμεσα σε Δρούζους και Μαρωνίτες: οι πρώτοι στηρίχτηκαν από τις δυνάμεις του Εθνικού Κινήματος και τη Συρία, ενώ οι δεύτεροι από τον Λιβανέζικο Στρατό. Οι Δρούζοι επικράτησαν σ’ αυτόν τον Πόλεμο του Βουνού (όπως ονομάστηκε), ο οποίος τελείωσε με μια ακόμα μεγάλη σφαγή αμάχων, αυτήν τη φορά Χριστιανών.

Η παρέμβαση της διεθνούς δύναμης υπέρ του Λιβανέζικου Στρατού, την έκανε και αυτή στα μάτια πολλών μέρος της σύγκρουσης και άρα και νόμιμο στόχο. Μια σειρά από επιθέσεις άφησε εκατοντάδες Αμερικάνους και Γάλλους νεκρούς, στρατιωτικούς και μη. Οι συνομιλίες για αποχώρηση του ισραηλινού στρατού κατέληξαν μεν σε μια συμφωνία Ισραήλ-Λιβάνου, η οποία ήταν όμως ουσιαστικά μη εφαρμόσιμη, ιδιαίτερα αφού δεν έγινε δεκτή από τη Συρία – υπέρ της οποίας τάχθηκε πλέον πολύ πιο ενεργά κι η ΕΣΣΔ, βοηθώντας στον επανεξοπλισμό της. Ήταν φανερό ότι οι Σοβιετικοί δεν ήθελαν να αφήσουν τους Αμερικάνους να περάσουν από τον Λίβανο χωρίς πληγές (ιδιαίτερα αν σκεφτούμε ότι μιλάμε για την εποχή του πολέμου στο Αφγανιστάν).

Βόμβα στην Αμερικάνικη Πρεσβεία στη Βηρυτό, 1983.
Πηγή: en.wikipedia.org

Το Φλεβάρη του ’84, οι φιλοσυριακές δυνάμεις ξεκίνησαν εξέγερση στη Δυτική Βηρυτό. Τον κυρίαρχο ρόλο έπαιξε τώρα η Αμάλ, η οποία γινόταν όλο και πιο πολύ ο κύριος σύμμαχος της Συρίας μέσα στο Λίβανο. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα πέτυχαν μια σπουδαία νίκη ενάντια στο Λιβανέζικο Στρατό, ο οποίος μπήκε ξανά στο περιθώριο. Η διεθνής δύναμη αναγκάστηκε να αποχωρήσει. Ήταν μια σημαντική νίκη για τη Συρία, η οποία ουσιαστικά έθεσε πλέον υπό τον έλεγχο της τα πιο σημαντικά κομμάτια του Λιβάνου, ενώ το Ισραήλ έλεγχε τη νότια περιοχή κοντά στα σύνορά του. Αυτός ο συνδυασμός έμελλε να κρατήσει για πολλά χρόνια και να επιβιώσει και μετά το τέλος του εμφυλίου.

Εν τω μεταξύ, η Συρία πέτυχε μια νίκη και σε ένα άλλο μέτωπο: αυτό εναντίον του Αραφάτ. Η παλιά δύσκολη συμμαχία Άσαντ-Αραφάτ είχε γίνει πλέον ανοικτή έχθρα και οι δύο πλευρές συγκρούστηκαν βίαια στο βόρειο Λίβανο. Ένα μέρος των Παλαιστινίων εκφράστηκε υπέρ της Συρίας και πολέμησε ενάντια στον πρώην ηγέτη του. Ο Αραφάτ επέστρεψε στο Λίβανο για να διευθύνει τη μάχη – μετά την ήττα του έφυγε ξανά, αυτήν τη φορά οριστικά. Και μαζί μ’ αυτόν εξαφανίστηκε σταδιακά και η παλαιστινιακή επιρροή στο Λίβανο, η οποία είχε υπάρξει τόσο καθοριστική στα πρώτα χρόνια του εμφυλίου.

Πολυδιάσπαση υπό μια Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας

Ήδη από τις αρχές του ’84, η Βηρυτός είχε διασπαστεί ξανά, αφού οι παλιές δυνάμεις του Εθνικού Κινήματος (Κομμουνιστές, Τζουμπλάτ, Νασερικοί, μαζί με την πολύ πιο δυναμική πλέον Αμάλ) πήραν ξανά τον έλεγχο του δυτικού της τμήματος. Δεν έλειψαν πάντως και οι προσπάθειες συνεννόησης. Σχηματίστηκε μάλιστα και μια κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, με τη συμμετοχή προσώπων απ’ όλες τις παρατάξεις. Χωρίς πάντως αυτό να σημαίνει ότι σταμάτησαν και τις ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ τους: χαρακτηριστική γι’ αυτήν τη σουρεαλιστική κατάσταση ήταν η φράση του (ακόμα πρόεδρου) Αμίν Τζεμαγέλ «οι υπουργοί μου με βομβαρδίζουν», πράγμα που συνέβαινε περίπου κυριολεκτικά.

Ταυτόχρονα όμως, ξεκίνησαν και βίαιες εσωτερικές συγκρούσεις εντός των δύο στρατοπέδων. Η Αμάλ συμμάχησε π.χ. με τον Ουαλίντ Τζουμπλάτ για να επιτεθούν στο νασερικό Μουραμπιτούν, ενώ λίγο αργότερα συγκρούστηκαν και μεταξύ τους. Από την άλλη πλευρά, ένοπλες συγκρούσεις υπήρχαν και ανάμεσα σε διάφορες ομάδες της χριστιανικής Δεξιάς. Στην ουσία, ο Λίβανος διασπάστηκε σε πολλές μικρές περιοχές υπό τον έλεγχο ένοπλων ομάδων, οι οποίες λειτουργούσαν περίπου και σαν τοπικές κυβερνήσεις, συλλέγοντας φόρους κι εφαρμόζοντας αυθαίρετα δικαιοσύνη. Σε κάποιο βαθμό, αυτοί οι ένοπλοι είχαν γίνει ανεξέλεγκτοι, ακόμα κι από τη διοίκησή τους.

Ο Αμίν Τζεμαγέλ (στο κέντρο) με το Σαμίρ Ζάζα (δεξιά) – δύο από τους ηγέτες της χριστιανικής Δεξιάς, οι οποίοι άλλοτε συμμαχούσαν και άλλοτε συγκρούονταν.
Πηγή: histoiredesforceslibanaises.files.wordpress.com

Η εμφάνιση του ισλαμισμού

Πριν απ’ τον πόλεμο, η επιρροή των ισλαμιστικών κινημάτων στο Λίβανο ήταν από μικρή ως ασήμαντη. Ήδη όμως από το 1982 είχε εμφανιστεί στη συντηρητική σουνιτική Τρίπολη η ισλαμιστικής κατεύθυνσης οργάνωση Ταχβίντ, συμμετέχοντας και ένοπλα στον εμφύλιο. Η Τρίπολη παραμένει μέχρι σήμερα το λιβανέζικο κέντρο του σουνιτικού ισλαμισμού.

Πολύ πιο σημαντικός στην πολιτική σκηνή του Λιβάνου έμελλε ν’ αποδειχτεί ο σιιτικός ισλαμισμός. Ήδη η Αμάλ της εποχής του Μούσα αλ-Σαντρ είχε κάποιες ισλαμιστικές τάσεις, μετά την εξαφάνισή του όμως το ’78 η οργάνωση κινήθηκε σε μάλλον κοσμική κατεύθυνση. Αυτό δεν έμεινε χωρίς αντίδραση στη σιιτική κοινότητα, η οποία εκτός από τον παραδοσιακό αποκλεισμό της από το λιβανέζικο πολιτικό κι οικονομικό σύστημα, είχε από τις αρχές της δεκαετίες του ’80 ν’ αντιμετωπίσει και τη σκληρή ισραηλινή κατοχή. Η τελευταία οδήγησε σε μια μαζική προσφυγοποίηση Σιιτών με κατεύθυνση τα φτωχά προάστια της Βηρυτού, δημιουργώντας έτσι και τις κατάλληλες συνθήκες για την εξάπλωση ισλαμιστικών κινημάτων.

Σαν έκφραση αυτής της τάσης δημιουργήθηκε η Χεζμπολάχ («Κόμμα του Θεού»). Η οργάνωση είχε σαν πρότυπό της την ακόμα πολύ νεαρή τότε Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, η οποία ήταν και ο κύριος χρηματοδότης της. Μέχρι τότε, η Αμάλ μονοπωλούσε σχεδόν την εκπροσώπηση των Σιιτών. Πολλά μέλη της όμως προσχώρησαν στη νεοσύστατη Χεζμπολάχ, διασπώντας έτσι και τον σιιτικό πληθυσμό.

Πανό της Χεζμπολάχ σε σιιτική συνοικία της Βηρυτού (2011). Πάνω δεξιά ο αρχηγός Χασάν Νασράλαχ.

Η Χεζμπολάχ επικέντρωσε τη δραστηριότητά της από την αρχή εναντίον της ισραηλινής κατοχής στο Νότιο Λίβανο: μια πολιτικά έξυπνη κίνηση, η οποία, μαζί με τις κοινωνικές παροχές που προσέφερε, αύξησε πολύ τη δημοφιλία της. Η Χεζμπολάχ πήρε τα ηνία σ’ αυτόν τον τομέα από την αριστερή Τζαμούλ και σταδιακά συνέδεσε αυτή το όνομα της με την αντι-ισραηλινή Αντίσταση.

Ο πόλεμος των καταυλισμών και η ενδοσιιτική σύγκρουση

Ήδη αναφέρθηκε η έχθρα μεταξύ Συρίας κι Αραφάτ, η οποία είχε εξελιχθεί και σε ανοικτή σύγκρουση. Η Αμάλ, ως ο πιο πιστός σύμμαχος της Συρίας, μετέφερε αυτήν τη σύγκρουση και στον κεντρικό και νότιο Λίβανο. Το 1985 επιτέθηκε στους παλαιστινιακούς καταυλισμούς, στους οποίους η ΟΑΠ είχε ακόμα σημαντική επιρροή. Ο πόλεμος αυτός θα ονομαζόταν «Πόλεμος των Καταυλισμών» και θα κρατούσε τρία χρόνια, αφήνοντας και αυτός πολλές πληγές πίσω του.

Η Αμάλ ήθελε ουσιαστικά να εκκαθαρίσει το Λίβανο από κάθε επιρροή του Αραφάτ. Σ’ αυτόν τον πόλεμο είχε σύμμαχους όχι μόνο τον συριακό στρατό, αλλά και κάποιους φιλο-σύριους Παλαιστίνιους, που, όπως είπαμε πριν, είχαν ήδη διασπαστεί από την ΟΑΠ. Τελικά η Αμάλ πέτυχε να εκδιώξει την ΟΑΠ από τους καταυλισμούς μέσα ή κοντά στη Βηρυτό, όχι όμως κι απ’ αυτούς στο Νότο.

Από τον Πόλεμο των Καταυλισμών
Πηγή: news.bbc.co.uk

Ταυτόχρονα όμως η Αμάλ αναμίχθηκε και σε μια άλλη άγρια σύγκρουση, που ήταν ακόμα πιο αδελφοκτόνα: αυτήν εναντίον της Χεζμπολάχ. Σήμερα μπορεί οι δύο σιιτικές οργανώσεις, οι οποίες έχουν περίπου κοινή προέλευση, να είναι πάλι στενοί σύμμαχοι, δεν ήταν όμως πάντα έτσι. Ουσιαστικά μέσω της Αμάλ και της Χεζμπολάχ συγκρούονταν η Συρία και το Ιράν αντίστοιχα, που τότε δεν είχαν ακόμα τη στενή σχέση που έχουν σήμερα. Οι δύο οργανώσεις ήθελαν τον πλήρη έλεγχο των σιιτικών περιοχών, η κάθε μια για λογαριασμό της. Κάποιες διαδηλώσεις γυναικών με σκοπό να σταματήσει αυτή η σφαγή Σιιτών εναντίων Σιιτών, έγιναν οι ίδιες στόχος πυροβολισμών. Αυτή η ενδοσιιτική σύγκρουση θα κρατούσε μέχρι το τέλος του πολέμου.


Μετά από πάνω από μια δεκαετία καταστροφικών μαχών και ξένων επεμβάσεων, η κατάσταση στο Λίβανο είχε γίνει ακόμα πιο περίπλοκη απ’ ό,τι στην αρχή. Η σύγκρουση που ήταν στη ρίζα του πολέμου (Μουσουλμάνοι, Παλαιστίνιοι και Αριστερά εναντίον χριστιανικής Δεξιάς) είχε αρχίζει να ξεθωριάζει. Έδωσε όμως, όπως είδαμε, τη θέση της σε άλλες συγκρούσεις, όχι λιγότερο άγριες. Μέσα σ’ αυτό το χάος, ξεχώρισε η επιρροή της Συρίας: ο ρόλος της στο Λίβανο ήταν το κλειδί για τη συνέχιση ή το τέλος του πολέμου, όπως έμελλε να φανεί στα επόμενα χρόνια.


Σχετικά επεισόδια του ντοκυμαντέρ «ο πόλεμος του Λιβάνου»

Βιβλιογραφία:

  • A. Nizar Hamzeh (1997): Islamism in Lebanon – A Guide. (σύνδεσμος)
  • Haim Shaked & Daniel Dishon (eds.) (1986): Middle East Contemporary Survey – Volume VIII, 1983-84 (σύνδεσμος)
  • Mehmet Gurses: The Lebanese Civil War, 1975-78.
  • Sune Haugbolle (2011): The historiography and the memory of the Lebanese civil war (σύνδεσμος)
  • Hassan Krayem: The Lebanese Civil War and the Taif Agreement (σύνδεσμος)
  • Samir Makdisi & Richard Sadaka (2003): The Lebanese Civil War, 1975-1990. (σύνδεσμος)

Ο πολεμος του Λιβανου – Μερος Α’: Εισαγωγη

Κλασσικό

Το 2000 το γνωστό καταρινό δίκτυο Αλ Τζαζίρα ετοίμασε ένα ντοκιμαντέρ για τον εμφύλιο πόλεμο του Λιβάνου, σε 15 επεισόδια των 40-50 λεπτών, στα οποία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό κι αυτό το άρθρο. Τα επεισόδια περιλάμβαναν συνεντεύξεις με τους σημαντικότερους πρωταγωνιστές του πολέμου, όσους απ’ αυτούς είχαν μείνει ζωντανοί. Πολλοί Λιβανέζοι το παρακολούθησαν ίσως για να καταλάβουν κι οι ίδιοι για ποιον λόγο αλληλοσκοτώνονταν επί 16 χρόνια (ο εμφύλιος κράτησε από το 1975 μέχρι το 1990).

Πράγματι, ο λιβανέζικος εμφύλιος πόλεμος ήταν μια από τις πιο πολύπλοκες συγκρούσεις που μπορεί κάποιος να φανταστεί. Θα μπορούσε ίσως να ειπωθεί γι’ αυτόν, ότι καθεμία από τις άπειρες στρατιωτικές ομάδες είχε πολεμήσει τουλάχιστον μια φορά εναντίον της καθεμίας από τις υπόλοιπες. Για να προσπαθήσει τουλάχιστον κάποιος να βγάλει ένα νόημα, είναι απαραίτητο να ξέρει κάποια πράγματα για την ιστορία και την πολιτική δομή της χώρας.

Από τη Γαλλική Εντολή στο Εθνικό Σύμφωνο

Μετά τον Α’ Παγκόσμιο και τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο Λίβανος ανήκε μαζί με τη Συρία στην περιοχή εντολής της Γαλλίας. Οι Γάλλοι είχαν χωρίσει την περιοχή τους σε πέντε διοικητικές ενότητες, μια εκ των οποίων ήταν και ο Λίβανος. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο, οι τέσσερις απ’ αυτές τις ενότητες αποτέλεσαν τη Συριακή Δημοκρατία, ο Λίβανος όμως έγινε ανεξάρτητο κράτος. Αυτό δεν ήταν τυχαίο: ο Λίβανος ήταν τότε η μοναδική περιοχή της Μέσης Ανατολής με χριστιανική πλειοψηφία. Ανάμεσα στις πολλές χριστιανικές κοινότητες της χώρας, η μεγαλύτερη είναι αυτή των Μαρωνιτών, μια ιδιαίτερη ομάδα που υπάγεται στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.

Η περιοχή Γαλλικής Εντολής, χωρισμένη σε πέντε κράτη. Το Σαντζάκι της Αλεξανδρέτας (μπλε) ανήκε αρχικά στο κράτος του Χαλεπίου (κόκκινο), δόθηκε όμως στην Τουρκία το 1939.
Πηγή: en.academic.ru

Όπως σε όλο τον αποικιοκρατούμενο κόσμο, η επιρροή των εθνικο-απελευθερωτικών κινημάτων ήταν τότε  μεγάλη και στον Λίβανο. Η ιδιαιτερότητα ήταν όμως ότι στον Λίβανο υπήρχαν (και εν μέρει ακόμα υπάρχουν) ταυτόχρονα τουλάχιστον τρεις εθνικές ιδεολογίες: η αραβική, η συριακή και η λιβανέζικη. Ο αραβικός εθνικισμός στόχευε στην ένωση όλων των Αράβων σ’ ένα μεγάλο κράτος, από το Μαρόκο ως το Ιράκ. Ο συριακός εθνικισμός αντίθετα προσέβλεπε στην δημιουργία της Μεγάλης Συρίας, ενός κράτους δηλαδή που θα συμπεριλάμβανε τουλάχιστον τη σημερινή Συρία, το Λίβανο, την Παλαιστίνη και την Ιορδανία. Τέλος, οι υποστηρικτές του λιβανέζικου εθνικισμού έβλεπαν τους Λιβανέζους σαν ξεχωριστό έθνος, απόγονους ίσως των Φοινίκων, κι όχι κατ’ ανάγκη μέρος του αραβικού έθνους. Αν και σχεδόν ολόκληρος ο πληθυσμός του Λιβάνου είναι αραβόφωνος, οι θρησκευτικές διαφορές επηρέαζαν και την προτίμηση σε μια απ’ αυτές τις εθνικές ιδεολογίες. Έτσι, οι Μουσουλμάνοι έτειναν προς τον αραβικό εθνικισμό. Οι περισσότεροι Μαρωνίτες, που μόνο στο Λίβανο αποτελούσαν ομάδα με σημαντικό ποσοστό κι επιρροή, βρίσκονταν πιο κοντά στον λιβανέζικο εθνικισμό. Ο συριακός εθνικισμός είχε σημαντική απήχηση ανάμεσα στους Ελληνορθόδοξους και τους Ουνίτες: αναμενόμενο, αφού οι περισσότεροι αραβόφωνοι Ελληνορθόδοξοι/Ουνίτες ζουν στις χώρες που θα αποτελούσαν τη Μεγάλη Συρία, κυρίως στη σημερινή Συρία.

Τελικά, ο Λίβανος κήρυξε την ανεξαρτησία του το 1943. Αυτό από μόνο του ήταν προϊόν συμβιβασμού ανάμεσα στις διάφορες εθνικές ιδεολογίες: ο Λίβανος θα ήταν αραβικό κράτος χωρίς ξένη προστασία (αντίθετα δηλαδή με τις προτιμήσεις πολλών Μαρωνιτών), αποκλείοντας όμως την ένωση με τη Συρία (την οποία επιθυμούσαν πολλοί Μουσουλμάνοι). Το πιο δύσκολο όμως ήταν να βρεθεί μια φόρμουλα που να εξασφαλίζει την πολιτική συμβίωση των 17 τουλάχιστον διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων στο νέο κράτος, εκ των οποίων καμία δεν είχε την απόλυτη πλειοψηφία στο πληθυσμό.

Θρησκευτικός χάρτης του Λιβάνου.
ανοικτό ροζ = Σουνίτες
σκούρο ροζ = Σιίτες
μπεζ = Μαρωνίτες
ανοικτό καφε = Ελληνορθόδοξοι
σκούρο καφέ = Ελληνοκαθολικοί (Ουνίτες)
γαλάζιο = Δρούζοι
Πηγή: http://www.lib.utexas.edu

Η λύση που τελικά εφαρμόστηκε ήταν η κατανομή των κυβερνητικών θέσεων στις θρησκευτικές κοινότητες ανάλογα με το πληθυσμιακό τους ποσοστό, σύμφωνα με την απογραφή του 1932. Συνολικά έπρεπε να τηρείται η αναλογία 6:5 (Χριστιανοί προς Μουσουλμάνοι): αυτό ίσχυε και για τις κοινοβουλευτικές έδρες. Τα πιο σημαντικά κρατικά αξιώματα μοιράστηκαν ανάμεσα στις μεγαλύτερες κοινότητες: ο πρόεδρος της Δημοκρατίας έπρεπε να είναι Μαρωνίτης, ο πρωθυπουργός Σουνίτης, ο πρόεδρος της Βουλής Σιίτης, ο αντιπρόεδρος Ελληνορθόδοξος. Τα πολιτικά δικαιώματα ενός Λιβανέζου πολίτη θα περνούσαν δηλαδή μέσα από την θρησκευτική κοινότητα στην οποία ανήκε, ενώ διάφορα θέματα καθημερινότητας (π.χ. διαζύγια, κληρονομιά) θα ήταν στη δικαιοδοσία της κάθε κοινότητας ξεχωριστά. Αυτό το σύστημα ονομάστηκε Εθνικό Σύμφωνο: με κάποιες προσαρμογές ισχύει ουσιαστικά μέχρι σήμερα.

Τα πρώτα δύσκολα βήματα του νέου κράτους

Ήταν φανερό από την αρχή ότι αυτή η κατάσταση δύσκολα θα εξασφάλιζε τη σταθερότητα και δεν άργησαν να εμφανιστούν οι πρώτες τριβές. Οι Μουσουλμάνοι ένιωθαν ότι αυτό το σύστημα ευνοούσε τους Μαρωνίτες, οι οποίοι σύντομα έφτασαν να κατέχουν τις σημαντικότερες θέσεις στην πολιτική, την οικονομία και το στρατό. Με την πάροδο των χρόνων, οι δημογραφικές αναλογίες άρχισαν να ανατρέπονται εις βάρος των Μαρωνιτών, αυτοί όμως επέμεναν στη διανομή των θέσεων με βάση την ευνοϊκή γι’ αυτούς απογραφή του 1932. Δημιουργήθηκε δηλαδή ουσιαστικά μια κατάσταση, όπου μια μουσουλμανική πλειοψηφία ήταν υποχρεωμένη να δεχτεί την κυριαρχία μιας μαρωνίτικης μειοψηφίας. Αυτό ενίσχυσε τις φωνές που ζητούσαν την κατάργηση του πολυθρησκευτικού συστήματος και την αντικατάστασή του από την αρχή της ισότητας, ή τουλάχιστον την αναδιανομή των θέσεων με τρόπο που να αντικατοπτρίζει τις νέες δημογραφικές πραγματικότητες.

Ταυτόχρονα, ο πολιτικός κόσμος του Λιβάνου διχάστηκε και στο θέμα της εξωτερικής πολιτικής. Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 σχηματίστηκαν δύο στρατόπεδα στον αραβικό κόσμο. Από τη μία ήταν τα ρεπουμπλικανικά προοδευτικά (αν και συνήθως αυταρχικά) καθεστώτα, τα οποία βασίζονταν στην ιδεολογία του παναραβικού εθνικισμού, συχνά με σοσιαλιστικές αποχρώσεις και καλές σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση. Κεντρική προσωπικότητα ήταν ο Νάσερ της Αιγύπτου, ενώ σ’ αυτό το στρατόπεδο ανήκε και η στενά συνδεδεμένη με το Λίβανο Συρία. Από την άλλη ήταν οι συντηρητικές μοναρχίες, φιλοδυτικές κι αντικομμουνιστικές, όπως η Σαουδική Αραβία, το Μαρόκο κι η Ιορδανία. Ο Λίβανος αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στα δύο αυτά στρατόπεδα. Ενώ η μεγάλη πλειοψηφία των Μουσουλμάνων είχε συμπάθειες για το πρώτο στρατόπεδο, οι κυρίαρχες μαρωνιτικές ελίτ, και κυρίως ο Πρόεδρος Σαμούν, είχαν φιλο-αμερικανικό προσανατολισμό. Η θρησκευτική ταυτότητα δεν ταυτιζόταν πάντως αναγκαστικά με τις προτιμήσεις στην εξωτερική πολιτική. Πολλοί σημαντικοί Μαρωνίτες ήταν μάλλον φιλονασερικοί, όπως ο Πατριάρχης των Μαρωνιτών Μπούλος Μπούτρος αλ-Μεούσι  (γι’ αυτό και οι εχθροί του τον αποκαλούσαν ειρωνικά «Μοχάμεντ αλ-Μεούσι») ή ο δημοσιογράφος Νασίμπ αλ-Μάτνι, του οποίου η δολοφονία έμελλε να οδηγήσει στην πρώτη ένοπλη σύγκρουση.

Ο Καμίλ Σαμούν. Συνέχισε να είναι πολιτικά δραστήριος και μετά τη λήξη της προεδρικής του θητείας.
Πηγή: http://www.natgeocreative.com

Το 1958 η Αίγυπτος κι η Συρία ενώθηκαν με το όνομα Ενωμένη Αραβική Δημοκρατία, υπό την ηγεσία του Νάσερ. Αυτό ανησύχησε ιδιαίτερα τον Πρόεδρο Σαμούν: εξάλλου η Συρία ποτέ δεν είχε παραιτηθεί από τις αξιώσεις της στο Λίβανο. Στο Λίβανο υπήρχε ήδη μεγάλη πολιτική ένταση λόγω των εκλογών του 1957, οι οποίες ευνόησαν τον Σαμούν, αλλά συνοδεύτηκαν από σοβαρές κατηγορίες για παραποίηση των αποτελεσμάτων. Η δολοφονία του αλ-Μάτνι, μία μέρα μετά τη δημοσίευση άρθρου στο οποίο ζητούσε την παραίτηση του Σαμούν, ήταν το σπίρτο που άναψε τη φωτιά στο εύφλεκτο λιβανέζικο πολιτικό τοπίο. Γρήγορα η κατάσταση εξελίχτηκε σε έναν μίνι-εμφύλιο, με τις δύο παρατάξεις να συγκρούονται βίαια και τον λιβανέζικο στρατό να τηρεί μάλλον ουδέτερη στάση. Η ειρήνη αποκαταστάθηκε αφού ο Σαμούν παραμερίστηκε μετά από μερικούς μήνες. Στη θέση του εκλέχθηκε ο στρατηγός Σεχάμπ, του οποίου η συμβιβαστική πολιτική εξασφάλισε την ειρήνη και τη σταθερότητα για την επόμενη δεκαετία – κάτι που όπως αποδείχτηκε ήταν τελικά απλά η ηρεμία πριν την καταιγίδα. Τα προβλήματα που ήταν στη ρίζα των συγκρούσεων δεν είχαν λυθεί.

Το σκηνικό για τον πόλεμο στήνεται

Στον μίνι-εμφύλιο του ’58 συμμετείχε στο πλευρό του Προέδρου Σαμούν κι η οργάνωση «Φάλαγγα» (Καταέμπ). Αυτή είχε ιδρυθεί ήδη τη δεκαετία του ’30 από τον Μαρωνίτη Πιέρ Τζεμαγέλ, κατά τα φασιστικά πρότυπα που κυριαρχούσαν τότε στην Ευρώπη (εξάλλου και το όνομα της μάλλον δεν είναι τυχαίο). Μετά τον πόλεμο, κατευθύνθηκε ιδεολογικά μάλλον προς τον οικονομικό φιλελευθερισμό, με τονισμένο όμως πάντα το στοιχείο του λιβανέζικου εθνικισμού και της προστασίας της μαρωνίτικης κοινότητας (και των προνομίων της), μαζί με την αντίθεση στον αραβικό εθνικισμό και τον σοσιαλισμό.

Άγαλμα του ιδρυτή της Φάλαγγας, Πιέρ Τζεμαγέλ, με φρουρά από Φαλαγγίτες. Δίπλα το σήμα της οργάνωσης.
Πηγή: http://www.aminegemayel.org

Ένας άλλος παράγοντας που έμελλε να παίξει κεντρικό ρόλο ήταν οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες. Αυτοί είχαν ήδη διαφύγει στο Λίβανο μετά την ίδρυση του ισραηλινού κράτους το 1948, αλλά νέα κύματα έφτασαν και μετά τον πόλεμο του ’67. Εγκαταστάθηκαν σε προσφυγικούς καταυλισμούς, χωρίς ποτέ να γίνουν πολίτες της χώρας και να έχουν τα ανάλογα δικαιώματα. Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 ήταν μάλιστα συχνά θύματα καταπίεσης από το λιβανέζικο κράτος. Η ίδρυση της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ) το 1964 κι η ανάπτυξη της ένοπλης αντίστασης έδωσαν όμως αυτοπεποίθηση και στους Παλαιστίνιους του Λιβάνου. Εξελίχθηκαν σε σημαντικό πολιτικό παράγοντα, ιδιαίτερα όταν η ΟΑΠ μετέφερε τη βάση της στο Λίβανο και οργάνωνε επιθέσεις εναντίον του Ισραήλ από λιβανέζικο έδαφος. Οι καταυλισμοί εξελίχθηκαν σε περίπου αυτόνομες περιοχές, ένα είδος κράτους εν κράτει.

Ο νεαρός Γιασέρ Αραφάτ, ηγέτης της ΟΑΠ, στο Λίβανο.
Πηγή: http://www.smh.com.au

Το λιβανέζικο κράτος, μετά από ένοπλες συγκρούσεις του λιβανέζικου στρατού με τους Παλαιστίνιους μαχητές, αναγκάστηκε ουσιαστικά να αποδεχτεί αυτήν την κατάσταση, η οποία δεν του ήταν καθόλου ευχάριστη, μια κι αυτό εισέπραττε συχνά τα ισραηλινά αντίποινα. Αυτό οδήγησε σε μια αυξανόμενη έχθρα εναντίων των Παλαιστινίων από πολλούς Λιβανέζους, ιδιαίτερα από τη μαρωνίτικη Δεξιά. Αντίθετα, άλλα τμήματα του λιβανέζικου πληθυσμού ένιωθαν αλληλέγγυοι με τους Παλαιστίνιους, κυρίως οι Μουσουλμάνοι κι η Αριστερά.

Ταυτόχρονα, στα τέλη της δεκαετίας του ’60 ο Λίβανος επηρεάστηκε κι αυτός από το παγκόσμιο κλίμα των κοινωνικών εξεγέρσεων και των αριστερών ιδεών. Αναπτύχθηκαν δραστήρια εργατικά και φοιτητικά κινήματα, τα οποία προβληματίζονταν για τις έντονες οικονομικές ανισότητες στη χώρα, που είχαν οξυνθεί με την ραγδαία οικονομική ανάπτυξη των τελευταίων χρόνων. Και δεν μπορούσε φυσικά κάποιος να παραβλέψει το γεγονός ότι οι περισσότεροι φτωχοί ήταν Μουσουλμάνοι, ενώ η μικρή ελίτ των πλουσίων αποτελούνταν σε υψηλό ποσοστό από Χριστιανούς. Τα κινήματα αυτά αντιμετωπίστηκαν συχνά με πολλή βία από το κράτος, πράγμα που οδήγησε μάλλον στην περαιτέρω ριζοσπαστικοποίησή τους. Το λιβανέζικο κομμουνιστικό κίνημα άρχισε να γίνεται κι αυτό υπολογίσιμος παράγοντας.

Σημαία του Κομμουνιστικού Κόμματος του Λιβάνου, από πρόσφατη συγκέντρωση στη Βηρυτό. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στις δεκαετίες του ’60 και ’70, αλλά περιθωριοποιήθηκε στη συνέχεια.
Πηγή: english.al-akhbar.com

Κεντρικό πρόσωπο στο χώρο της Αριστεράς, καθώς και της φιλοπαλαιστινιακής παράταξης γενικότερα, ήταν ο Καμάλ Τζουμπλάτ. Ήταν ο ηγέτης του Προοδευτικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, το οποίο, αν και θεωρητικά ενάντια στους θρησκευτικούς διαχωρισμούς κι ανοικτό σε όλες τις κοινότητες, ήταν στην ουσία η πολιτική εκπροσώπηση των Δρούζων. Συμμετείχε κατά καιρούς σε διάφορες λιβανέζικες κυβερνήσεις. Με τη χαρισματική του προσωπικότητα απέκτησε επιρροή σε πολλές ομάδες που ήταν κριτικές στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων κι έγινε ως πρόσωπο ο κύριος εκφραστής του αιτήματος πολιτικής και κοινωνικής αλλαγής.

Ο Καμάλ Τζουμπλάτ
Πηγή: en.wikipedia.org

Το 1974 ιδρύθηκε και το Κίνημα των Στερημένων, το οποίο μετεξελίχθηκε στη συνέχεια στην οργάνωση Αμάλ, η οποία παίζει μέχρι τις μέρες μας σημαντικό ρόλο στο λιβανέζικο πολιτικό σύστημα. Εξέφραζε κυρίως την προσπάθεια χειραφέτησης των Σιιτών, οι οποίοι, αν και η μία εκ των τριών μεγαλύτερων κοινοτήτων, ήταν οι πλέον αποκλεισμένοι από την πολιτική κι οικονομική ζωή της χώρας κι οι περιοχές τους ήταν οι πιο υπανάπτυκτες. Ηγετική προσωπικότητα στο κίνημα ήταν ο Σιίτης θρησκευτικός ηγέτης Μούσα αλ-Σαντρ. Σαν διάσπαση αυτού του κινήματος ιδρύθηκε μια δεκαετία αργότερα κι η γνωστή οργάνωση Χεζμπολάχ. Στην πρώτη φάση του πολέμου πάντως, η Αμάλ δεν έπαιξε σημαντικό ρόλο.

Σημαία της Αμάλ σε σιιτική συνοικία της Βηρυτού, 2011

Η πρώτη φάση του εμφυλίου: ο διετής πόλεμος

Μέχρι το 1975 είχαν πλέον σχηματιστεί οι δύο παρατάξεις. Από τη μια η μαρωνίτικη κρατική ελίτ μαζί με δεξιές οργανώσεις όπως η Φάλαγγα, αλλά και τις δυνάμεις του πρώην προέδρου Σαμούν, που ενώθηκαν στο Λιβανέζικο Μέτωπο. Κι από την άλλη το Λιβανέζικο Εθνικό Κίνημα υπό την ηγεσία του Τζουμπλάτ, με τη συμμετοχή των Κομμουνιστών, των οπαδών του συριακού εθνικισμού, των Νασερικών κι άλλων Παν-αραβιστών, αλλά και με τους Παλαιστίνιους ως σύμμαχους. Το Μέτωπο ήθελε (φοβούμενο τη μουσουλμανική πλειοψηφία) τη διατήρηση του στάτους κβο στο πολιτικό κι οικονομικό σύστημα, έβαζε πάνω απ’ όλα την ανεξαρτησία του Λιβάνου κι ήταν φιλοδυτικής κι αντι-παλαιστινιακής κατεύθυνσης. Το Εθνικό Κίνημα ήθελε αντίθετα πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές, την κατάργηση των θρησκευτικών διαχωρισμών και την εφαρμογή της αρχής της ισότητας, την προσέγγιση με άλλα αραβικά κράτη και πιο ενεργή στήριξη στον παλαιστινιακό αγώνα.

Μέσα σε μια ατμόσφαιρα ολοένα αυξανόμενης έντασης και δυσπιστίας, με πολιτικές δολοφονίες και συνεχείς ένοπλες μικρο-συγκρούσεις, οι δύο πλευρές εξοπλίζονταν κι έχαναν σταδιακά κάθε πίστη στις δυνατότητες των ειρηνικών μέσων πάλης. Η εκτέλεση 27 Παλαιστινίων μαχητών, επιβατών ενός λεωφορείου, από Φαλαγγίτες τον Απρίλη του 1975, θεωρείται η «επίσημη» έναρξη του εμφυλίου. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και μετά απ’ αυτό έγιναν προσπάθειες συνεννόησης, έστω και με μικρή μόνο επιτυχία.

Ήταν μια άλλη σφαγή που έμελλε να αποτελέσει το σημείο χωρίς επιστροφή: το αποκαλούμενο και «Μαύρο Σάββατο«. Το Δεκέμβρη του 1975, λίγο μετά από τους θανάτους τεσσάρων Χριστιανών σε διάφορα μέρη του Λιβάνου, ένοπλοι Φαλαγγίτες βγήκαν στους δρόμους κοντά στο λιμάνι της Βηρυτού διψασμένοι για εκδίκηση. Σταματούσαν τους περαστικούς, ακόμα και τους επιβάτες των αυτοκινήτων, ελέγχοντας τις ταυτότητές τους. Όποιον ήταν Μουσουλμάνος ή Παλαιστίνιος, τον σκότωναν επί τόπου – πολλοί απ’ αυτούς ήταν απλοί εργάτες στο λιμάνι. Ήταν ουσιαστικά η πρώτη μαζική εφαρμογή των «φόνων ταυτότητας», ένα ιδιαίτερα θλιβερό φαινόμενο που συνδέθηκε με τον πόλεμο του Λιβάνου. Ο αριθμός των θυμάτων δεν έχει εξακριβωθεί, αλλά πάντως ξεπέρασε τους 150 μέσα σε λίγες ώρες.

Οι όποιες ελπίδες αποφυγής της πλήρους ένοπλης σύρραξης ουσιαστικά εξανεμίστηκαν μετά απ’ αυτήν τη σφαγή. Το Εθνικό Κίνημα αντεπιτέθηκε, με στόχο την κατάληψη του λιμανιού και της γύρω περιοχής. Χαρακτηριστικά ίσως για την κάπως σουρεαλιστική διάσταση του λιβανέζικου εμφύλιου, αυτή η φάση ονομάστηκε «Μάχη των Ξενοδοχείων«, μια και σ’ αυτήν την παραθαλάσσια περιοχή βρίσκονταν και τα πιο γνωστά ξενοδοχεία της Βηρυτού.

Το ξενοδοχείο Holiday Inn στη Βηρυτό, όπως ήταν ακόμα το 2011, ως συνέπεια της Μάχης των Ξενοδοχείων

Γρήγορα ο πόλεμος εξαπλώθηκε κι εκτός της πρωτεύουσας κι η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Μάχες, εκκαθαρίσεις, σφαγές, λεηλασίες, βιασμοί κι από τις δύο πλευρές έγιναν μέρος της καθημερινότητας σε διάφορες περιοχές τις χώρας. Όπως ήταν φυσικό, οι γειτονικές χώρες δεν έμειναν αμέτοχες. Οι Φαλαγγίτες διατηρούσαν (όχι και τόσο κρυφές) επαφές με το Ισραήλ, ενώ η Συρία αρχικά υποστήριξε (όπως κι άλλες αραβικές χώρες, π.χ. το Ιράκ κι η Λιβύη) το Εθνικό Κίνημα και τους Παλαιστίνιους, προσέχοντας όμως να μην αποξενωθεί εντελώς κι από τις μαρωνιτικές ελίτ.

Ο Πρόεδρος της Συρίας, Χάφεζ αλ Άσαντ (αριστερά με κοστούμι), μαζί με τον ηγέτη της σιιτικής Αμάλ, Μούσα αλ Σαντρ (στη μέση, με σκούρα ρούχα)

Σύντομα το Εθνικό Κίνημα φάνηκε να επικρατεί κι έφερε το μεγαλύτερο μέρος της λιβανέζικης επικράτειας υπό τον έλεγχό του. Κι εκεί που τα πράγματα έδειχναν μια νίκη των αριστερών-μουσουλμανικών-παλαιστινιακών δυνάμεων, που θα άλλαζε ίσως ριζικά το πολιτικό σύστημα και τον διεθνή ρόλο του Λιβάνου, έγινε αυτό που μάλλον κανείς δεν θα περίμενε μερικά χρόνια πριν. Ο στρατός της Συρίας επενέβη τον Ιούνη του 1976, εισβάλλοντας στο λιβανέζικο έδαφος – όχι όμως υπέρ του Εθνικού Κινήματος, αλλά υπέρ των μαρωνίτικων δεξιών δυνάμεων.

Η «επίσημη» δικαιολογία γι’ αυτήν την επιφανειακά αλλόκοτη απόφαση του συριακού καθεστώτος, η οποία ήταν εναντίον σε κάθε ιδεολογική του αρχή και παράδοση, ήταν ότι δεν ήθελε να σπρώξει τους Μαρωνίτες στην αγκαλιά του Ισραήλ, όπως ίσως θα συνέβαινε αν συνεχίζονταν οι επιθέσεις του Εθνικού Κινήματος στις μαρωνίτικες περιοχές. Ίσως όμως να έπαιξε ρόλο κι ο φόβος του Άσαντ, ότι μέσω μιας νίκης της Εθνικού Κινήματος θα μπορούσε να βρεθεί ολόκληρος ο Λίβανος υπό τον έλεγχο του παλαιστινιακού κινήματος του Γιασέρ Αραφάτ, με τον οποίο όπως φάνηκε στη συνέχεια δεν είχε και τις καλύτερες σχέσεις. Όπως και να’ χει το πράγμα, η συριακή επέμβαση άλλαξε ριζικά το τοπίο. Το Εθνικό Κίνημα κι οι Παλαιστίνιοι δεν είχαν πλέον καμία δυνατότητα στρατιωτικής νίκης, κι αναγκάστηκαν να δεχτούν μια κατάπαυση του πυρός, η οποία ουσιαστικά δεν άλλαζε τίποτα από το προπολεμικό καθεστώς.

Μέχρι το τέλος του 1976, οι εχθροπραξίες είχαν σταματήσει κι είχε επανέλθει κάποιου είδους ειρήνη. Πολλοί νόμισαν ότι αυτό ήταν και το οριστικό τέλος του πολέμου: γι’ αυτό εξάλλου κι αναφέρονταν σ’ αυτόν ως ο «διετής πόλεμος». Τελικά αποδείχτηκε ότι ήταν μόνο η αρχή – ο πόλεμος θα διαρκούσε ακόμα 14 χρόνια.


Σχετικά επεισόδια του ντοκυμαντέρ «Ο πόλεμος του Λιβάνου»

Βιβλιογραφία

Ταξιδι στον Λιβανο

Κλασσικό

Στον Λίβανο βρέθηκα τον Οκτώβρη του 2011. Στη γειτονική Συρία είχε μόλις ξεκινήσει η εξέγερση ενάντια στο καθεστώς Άσαντ, χωρίς όμως να πάρει ακόμα τις σημερινές της διαστάσεις και ο Λίβανος δεν ένιωθε ακόμα τόσο έντονα τις συνέπειές της. Εκείνη την εποχή ήταν ακόμα μια πολύ ασφαλής χώρα για ταξιδιώτες: ο μοναδικός ίσως κίνδυνος που διέτρεχε κάποιος ήταν όταν προσπαθούσε να διασταυρώσει το δρόμο (τα φανάρια, όπου υπάρχουν, είναι μάλλον συμβολικά και για λόγους ασφάλειας είναι καλύτερα για έναν πεζό να μην τα λαμβάνει υπόψη).

Ο Λίβανος είναι μια χώρα που μοιάζει σχεδόν σουρεαλιστική. 17 επίσημες θρησκευτικές κοινότητες συνυπάρχουν σ’ ένα καθεστώς «πολυκοινοτικής ομοσπονδίας». Είναι περικυκλωμένος από δύο πολύ πιο δυνατά κράτη, τα οποία επεμβαίνουν στα εσωτερικά του όποτε το κρίνουν σκόπιμο, με τον λιβανέζικο στρατό απλά να παρακολουθεί. Το ένα (Ισραήλ) βομβαρδίζει υποδομές και εισβάλει κατά καιρούς στο λιβανέζικο έδαφος. Το άλλο (Συρία) θεωρούσε τον Λίβανο περίπου ως μέρος της δικής του επικράτειας και μόλις πρόσφατα αναγνώρισε την ανεξαρτησία του. Μια ένοπλη ομάδα όπως η Χεζμπολάχ μπορεί να αναλάβει τον πόλεμο με το Ισραήλ, όπως έγινε το 2006, με τον επίσημο λιβανέζικο στρατό πάλι να παραμένει θεατής. Η πρωτεύουσα είναι γνωστή σε όλο τον αραβικό κόσμο για τη νυχτερινή της ζωή, με τη χλιδή του κέντρου όμως να συνορεύει σε φτωχογειτονιές και παλαιστινιακούς προσφυγικούς καταυλισμούς. Και η χώρα κουβαλά και τη βαριά κληρονομιά ενός δεκαπενταετούς εμφυλίου πολέμου, που άφησε πίσω του 150.000 νεκρούς και βαθιές πληγές, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Κτίριο με τρύπες από σφαίρες στη Κεντρική Βηρυτό

Το πρώην ξενοδοχείο Holiday Inn στη Βηρυτό, με τα σημάδια της Μάχης των Ξενοδοχείων (της πρώτης φάσης του λιβανέζικου εμφυλίου).

Η οροσειρά του Λιβάνου (ο Λίβανος είναι ίσως η μοναδική χώρα στον κόσμο που πήρε το όνομά της από μια οροσειρά) εκτείνεται από το κέντρο της χώρας ως τα βόρεια σύνορα. Είναι περίπου παράλληλη με τις ακτές, από τις οποίες υψώνεται σαν τείχος, για να φτάσει μέχρι τα 3.008μ πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Λειτουργεί έτσι και σαν παγίδα για τις βροχές που φέρνουν οι δυτικοί άνεμοι, με αποτέλεσμα η δυτική πλευρά του να έχει πιο υγρό κλίμα (825 χιλιοστά ετήσια βροχόπτωση στη Βηρυτό!), απ’ ό,τι θα περίμενε κάποιος για μια κατά τ’ άλλα ξηρή περιοχή. Κάτι που σε συνδυασμό με τις ψηλές θερμοκρασίες ενθάρρυνε τη μαζική καλλιέργεια μπανάνας στους πρόποδές του. Αν περιμένει πάντως κάποιος να δει στα βουνά τους κέδρους που απεικονίζει η σημαία της χώρας, μάλλον θα απογοητευτεί: λόγω της εντατικής υλοτομίας, που ξεκίνησε ήδη από την εποχή της αρχαιότητας, λίγοι έχουν απομείνει μέχρι τις μέρες μας.

Γεωφυσικός χάρτης του Λιβάνου. Πηγή: http://www.worldatlas.com

Μπανανοφυτείες στη νότια ακτή του Λιβάνου.

Η οροσειρά του Λιβάνου είναι η κοιτίδα των Μαρωνιτών, της χριστιανικής καθολικής κοινότητας με κεντρική αναφορά στον Άγιο Μάρωνα. Η οροσειρά συνεχίζεται προς το Νότο με τα βουνά Σουφ, στα οποία κυριαρχεί η μουσουλμανική αίρεση των Δρούζων, ενώ στα βόρειά της, στην περιοχή που συνορεύει με τη Συρία, πλειοψηφούν οι Σουνίτες. Ανάμεσα στις παράλληλες οροσειρές του Λιβάνου και του Αντιλιβάνου, εκτείνεται η κοιλάδα Μπεκάα, ο σιτοβολώνας του Λιβάνου, που κατοικείται κυρίως από Σιίτες. Στο Νότιο Λίβανο, την περιοχή που υπόμεινε για πολλά χρόνια την ισραηλινή κατοχή, η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι επίσης σιιτική. Ελληνορθόδοξες (αραβόφωνες εννοείται) και ουνιτικές νησίδες υπάρχουν διάσπαρτες μέσα στη χώρα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον από ελληνική άποψη έχει και η παρουσία μερικών χιλιάδων ελληνόφωνων Μουσουλμάνων κρητικής καταγωγής κοντά στην Τρίπολη.

Θρησκευτικός χάρτης του Λιβάνου το 1982.
ανοικτό ροζ = Σουνίτες
σκούρο ροζ = Σιίτες
μπεζ = Μαρωνίτες
ανοικτό καφέ = Ελληνορθόδοξοι
σκούρο καφέ = Ελληνοκαθολικοί (Ουνίτες)
γαλάζιο = Δρούζοι
Πηγή: http://www.lib.utexas.edu

Αν θέλει κάποιος να γυρίσει τη χώρα, είναι μάλλον καλύτερο να εγκατασταθεί στη Βηρυτό. Βρίσκεται στο κέντρο του Λιβάνου και όλες οι άλλες πόλεις είναι σε απόσταση λίγων ωρών με δημόσιες συγκοινωνίες. Όταν μιλάμε πάντως για «δημόσιες συγκοινωνίες», εννοούμε ένα σε μεγάλο βαθμό ανεπίσημο και κάπως άναρχο δίκτυο, βασισμένο κυρίως σε mini-bus και λίγα πούλμαν (το σιδηροδρομικό δίκτυο καταστράφηκε με τον πόλεμο και δεν χρησιμοποιείται πλέον). Παρ’ όλα αυτά, φαίνεται να είναι αρκετά πυκνό ώστε να μπορείς να βασιστείς πάνω του. Προτού χρησιμοποιήσει πάντως κάποιος ένα mini-bus, είναι καλύτερα να σιγουρευτεί από πριν για την τιμή και το ακριβές σημείο άφιξης.

Η δυτική ακτή της Βηρυτού: στο γκρεμό φαίνονται τα ασβεστολιθικά πετρώματα.

Η Βηρυτός είναι μια πόλη που ακόμα προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές του εμφυλίου. Το να κτιστεί ξανά το κατεστραμμένο από τον πόλεμο κέντρο της πόλης ήταν σχετικά εύκολο. Σ’ αυτό τον τομέα έχει ήδη γίνει μεγάλη πρόοδος: αν και σποραδικά συναντά κάποιος κατεστραμμένα κτίρια με τρύπες από σφαίρες και βλήματα, το μεγαλύτερο μέρος του κέντρου έχει εικόνα σύγχρονης και ευημερούσας πόλης. Πιο δύσκολο είναι φυσικά να ξεπεραστούν οι κοινωνικές συνέπειες του πολέμου.

Η Solidere είναι η εταιρεία που ανέλαβε την ανοικοδόμηση της Βηρυτού μετά τον πόλεμο. Σ’ αυτήν δραστηριοποιήθηκε κι ο πρώην πρωθυπουργός Ραφίκ Χαρίρι. Όπως φαίνεται απ’ την φωτογραφία, η διαδικασία της ανοικοδόμησης δεν είναι χωρίς αντιπαραθέσεις.

Στη διάρκεια του εμφυλίου η πόλη χωρίστηκε στο δυτικό τμήμα, που ήταν υπό των έλεγχο των αριστερών και μουσουλμανικών δυνάμεων, και το ανατολικό τμήμα, στο οποίο κυριαρχούσαν οι δεξιές χριστιανικές ένοπλες οργανώσεις. Αυτό είχε ως συνέπεια ο χωρικός διαχωρισμός των κοινοτήτων να γίνει πιο έντονος, κάτι που μάλλον πολύ λίγο ξεπεράστηκε μετά το τέλος του εμφυλίου.

Ο μαρωνιτικός καθεδρικός ναός του Αγίου Γεωργίου δίπλα στο Τζαμί Μοχάμεντ-αλ-Αμίν, κοντά στο πρώην όριο Δυτικής-Ανατολικής Βηρυτού, είναι δείγματα μιας χριστιανο-μουσουλμανικής συνύπαρξης, που δοκιμάστηκε πολύ στις τελευταίες δεκαετίες.

Στη Δυτική Βηρυτό βρίσκονται και όλα τα κυβερνητικά κτίρια, το ιστορικό κέντρο, η κάπως φοιτητική κεντρική συνοικία Χαμρά με το Αμερικάνικο Πανεπιστήμιο της Βηρυτού, η πλούσια συνοικία Ρας Μπεϊρούτ, ο παραλιακός πεζόδρομος (Corniche), οι Βράχοι των Περιστεριών, η καλλιτεχνική συνοικία Σαΐφι, η Πλατεία Μαρτύρων, το σουκ (δηλαδή η κεντρική αγορά) της Βηρυτού. Το τελευταίο σε τίποτα δεν θυμίζει τις εικόνες ανατολίτικων παζαριών που θα είχε κάποιος στο νου του με βάση οριενταλιστικά στερεότυπα. Είναι ένα σύγχρονο εμπορικό κέντρο, με μάλλον ακριβά καταστήματα.

Ο παραλιακός πεζόδρομος της Βηρυτού (Corniche)

Μέρος του ιστορικού κέντρου της Βυρητού, το οποίο ανοικοδομήθηκε μετά τον πόλεμο.

Στην κυρίως χριστιανική Ανατολική Βηρυτό βρίσκονται οι πιο γνωστές περιοχές νυχτερινής ζωής. Η μία απ΄αυτές είναι η εύπορη συνοικία Ασραφιέ. Πιο ενδιαφέρουσα είναι πάντως κατά την άποψή μου η συνοικία Τζεμάιζε, ακριβώς νότια από το Λιμάνι και ανατολικά από την Πλατεία Μαρτύρων. Η οδός Rue Gouraud με τα πολλά μπαράκια και φαγάδικα, γεμάτη κόσμο ακόμα και αργά μετά τα μεσάνυχτα, δικαιολογεί τη φήμη της Βηρυτού ως της πρωτεύουσας της νυχτερινής διασκέδασης στη Μέση Ανατολή. Φυσικά τα περισσότερα χόστελ της πόλης είναι στρατηγικά τοποθετημένα εκεί κοντά.

Στη Βηρυτό γιορτάζεται και το Halloween (ίσως να παίζει ρόλο η καθολική παράδοση της χώρας). Η εικόνα είναι από μπαρ στη Rue Gouraud της Τζεμάιζε, δρόμου-σύμβολο για τη νυχτερινή ζωή της πόλης.

Τα νότια προάστια της Βηρυτού είναι πιο φτωχές συνοικίες, κατοικούμενες κυρίως από Σιίτες (και άρα γεμάτες από σύμβολα της Χεζμπολάχ και της Αμάλ). Πολλές απ’ αυτές δημιουργήθηκαν από τα κύματα εσωτερικής μετανάστευσης των προηγούμενων δεκαετιών. Διάσπαρτοι ανάμεσά τους βρίσκονται και παλαιστινιακοί προσφυγικοί καταυλισμοί, από τους οποίους η Σατίλα έγινε παγκόσμια γνωστή με τραγικό τρόπο, όταν το 1982 στη διάρκεια του εμφυλίου χιλιάδες Παλαιστίνιοι σφαγιάστηκαν από μαρωνιτικές δεξιές δυνάμεις.

Αφίσα της Χεζμπολάχ στη σιιτική συνοικία Μαζράα της Βηρυτού. Πάνω δεξιά ο αρχηγός Χασάν Νασράλαχ.

Σημαία της Αμάλ, επίσης στη συνοικία Μαζράα.

Από το σταθμό Σαρλ Χελού (ανάμεσα στην Τζεμάιζε και το Λιμάνι) αναχωρούν τα λεωφορεία με κατεύθυνση τον Βορρά ή τη Συρία. Ανάμεσα σ’ αυτά και το λεωφορείο για την Τρίπολη (η διαδρομή διαρκεί σχεδόν 2 ώρες), τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη του Λιβάνου. Όποιος έρχεται από τη Βηρυτό, είναι καλά να είναι προετοιμασμένος για ένα «πολιτισμικό σοκ», όπως προειδοποιούν και οι ταξιδιωτικοί οδηγοί. Η κατά πλειοψηφία σουνιτική πόλη ταιριάζει πολύ περισσότερο στα οριενταλιστικά στερεότυπα: κυκλοφοριακό χάος, αντρικοί καφενέδες με ναργιλέδες, σχεδόν όλες οι γυναίκες με καλυμμένα μαλλιά (μερικές και με καλυμμένο πρόσωπο), πινακίδες σχεδόν αποκλειστικά στα αραβικά και ένα σουκ με εικόνα πραγματικού ανατολίτικου παζαριού.

Το σουκ της Τρίπολης

Γέροι σε καφενέ της Τρίπολης πίνουν καφέ και καπνίζουν ναργιλέ.

Η Τρίπολη επηρεάστηκε δυστυχώς μάλλον περισσότερο από κάθε άλλη πόλη από το Συριακό Εμφύλιο, με επαναλαμβανόμενες ένοπλες συγκρούσεις που ο λιβανέζικος στρατός δύσκολα μπορεί να ελέγξει. Πράγμα αναμενόμενο, αφού θεωρείται προπύργιο του σουνιτικού φονταμενταλισμού, ενώ είναι ταυτόχρονα και η μοναδική μεγάλη πόλη του Λιβάνου με ισχυρή παρουσία των Αλαουιτών: δηλαδή των δύο ομάδων που κατ’ ουσίαν συγκρούονται και στη Συρία.

Ο Πύργος Ρολογιού του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίντ στην Τρίπολη, οθωμανικό κατάλοιπο, είναι κεντρικό σημείο της πόλης.

Από την Τρίπολη αναχωρεί και το λεωφορείο για το Μπσαρέ (η διαδρομή διαρκεί περίπου μιάμιση ώρα), μια καθαρά μαρωνίτικη κωμόπολη στην καρδιά της οροσειράς του Λιβάνου, σε υψόμετρο 1.500μ και λίγο πιο κάτω από το χιονοδρομικό κέντρο των Κέδρων, που είναι και η κύρια τουριστική ατραξιόν της περιοχής. Η άλλη είναι το φαράγγι-κοιλάδα Καντίσα, που εκτείνεται κάτω από το Μπσαρέ, με πολλά μαρωνίτικα μοναστήρια και εκκλησίες μέσα στις σπηλιές. Αυτά τα βουνά είναι η καρδιά του μαρωνίτικου πολιτισμού: εδώ κατέφευγαν επί αιώνες οι Μαρωνίτες για να ξεφύγουν από την πίεση των διάφορων κατακτητών. Το Μπσαρέ είναι και η πόλη καταγωγής του Λιβανέζου ποιητή Χαλίλ Τζιμπράν, στη μνήμη του οποίου υπάρχει ένα μουσείο.

Η κοιλάδα Καντίσα εκτείνεται κάτω από το γκρεμό, με τις βουνοκορφές του Λιβάνου από πάνω, όπως φαίνονται από το Μπσαρέ.

Ανάμεσα στην Τρίπολη και τη Βηρυτό, πάνω στον αυτοκινητόδρομο που συνδέει τις δυο πόλεις, βρίσκεται η ιστορική πόλη της Βύβλου. Γνωστή είναι η πόλη για το φοινικικό αρχαίο της παρελθόν (απ’ αυτήν προέρχονται και οι λέξεις «Βίβλος» και «βιβλίο», αφού ήταν κάποτε ο κύριος τόπος εξαγωγής του πάπυρου), από το οποίο μια γεύση μπορεί να πάρει κάποιος στο μεγάλο αρχαιολογικό χώρο που βρίσκεται κοντά στο σύγχρονο κέντρο της πόλης. Η σημερινή Βύβλος είναι μια κατά πλειοψηφία μαρωνίτικη πόλη, με μια σημαντική σιιτική μειοψηφία.

Ο αρχαιολογικός χώρος της Βύβλου, με τη σύγχρονη πόλη να εκτείνεται προς το βουνό.

Ο Νότιος Λίβανος είναι μια περιοχή που είχε πληγεί πολύ από τον εμφύλιο πόλεμο, αφού ως συνέπειά του έπρεπε να υπομείνει και μετά το τέλος του ακόμα μια δεκαετία ισραηλινής κατοχής. Κατοικείται κυρίως από Σιίτες, άρα όπως και στις νότιες συνοικίες του Λιβάνου θα δει κάποιος εκεί μπόλικα σύμβολα της Αμάλ και της Χεζμπολάχ. Μεγαλύτερη πόλη είναι η Τύρος, που έμεινε στην ιστορία για τη γενναία αντίστασή της ενάντια στο Μέγα Αλέξανδρο, ο οποίος για να την τιμωρήσει την κατέστρεψε ολοκληρωτικά, σκοτώνοντας ή πουλώντας σαν σκλάβους όλους τους κατοίκους της.

Το λιμανάκι της Τύρου βρίσκεται στο τμήμα της πόλης που κατά την αρχαιότητα ήταν ακόμα νησί: ο Μέγας Αλέξανδρος δημιούργησε μέσω επιχωμάτωσης μια σύνδεση με τη στεριά, στην προσπάθεια του να κατακτήσει την πόλη-νησί.

Για να ταξιδέψει κάποιος από την Βηρυτό προς την Τύρο ή τη Σιδώνα (η άλλη ιστορική πόλη, που βρίσκεται ανάμεσα στην Τύρο και τη Βηρυτό), πρέπει πρώτα να πάει στην πλατεία Κόλα στα νότια προάστια της πρωτεύουσας. Από εκεί αναχωρούν τα λεωφορεία με προορισμό τον Νότο: η διαδρομή προς Τύρο διαρκεί περίπου 2 ώρες. Το λεωφορείο σε αφήνει λίγο έξω από το κέντρο της πόλης, προς το οποίο πρέπει να περπατήσεις ακόμα κανένα τέταρτο, δίπλα από έναν παλαιστινιακό προσφυγικό καταυλισμό. Αν και η πλειοψηφία του πληθυσμού της πόλης είναι σιιτική, στο κέντρο υπάρχει και μια χριστιανική συνοικία, κοντά στο λιμανάκι. Στη νότια πλευρά της πόλης βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος και η παραλιακή λεωφόρος με τις φοινικιές, που θυμίζουν λίγο το τουριστικό παρελθόν της πόλης.

Σοκάκι στην ιστορική χριστιανική συνοικία της Τύρου.

Η νότια παραλιακή λεωφόρος της Τύρου


Από τον Οκτώβρη του 2011, όταν είχα ταξιδέψει στο Λίβανο, πολλά έχουν αλλάξει. Μετά από λίγα μόνο χρόνια σχετικής ηρεμίας, η χώρα απειλείται πάλι σήμερα από το Συριακό Εμφύλιο. Ο πολιτικός κόσμος είναι διχασμένος ανάμεσα στους υποστηρικτές του Άσαντ και αυτούς της συριακής αντιπολίτευσης. Η βία από τη Συρία μεταφέρεται κατά καιρούς και μέσα στο Λίβανο. Η χώρα βρέθηκε αναγκασμένη να υποδεχτεί πάνω από ένα εκατομμύριο Σύριους πρόσφυγες, οι οποίοι αποτελούν πλέον περίπου ένα τέταρτο του συνολικού της πληθυσμού – πράγμα που είναι ακόμα μια πηγή αστάθειας.

Το μόνο που φαίνεται να κρατάει την όποια ειρήνη μέσα στο Λίβανο, είναι η ακόμα πρόσφατη εμπειρία του καταστροφικού εμφυλίου πολέμου, του οποίου την επανάληψη σχεδόν κανένας δεν επιθυμεί. Ας ελπίζουμε ότι αυτή η θέληση των Λιβανέζων θα φανεί πιο δυνατή από τις δυνάμεις που τους σπρώχνουν προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Αραβικη Ανοιξη και Συριακος-Ιρακινος Χειμωνας

Κλασσικό

Σε πολλούς που παρακολουθούν τις εξελίξεις στον αραβικό κόσμο υπάρχει μεγάλη απογοήτευση για την πορεία της Αραβικής Άνοιξης. Και είναι πραγματικά δύσκολο να μην είναι κάποιος απογοητευμένος. Ο καταστροφικός εμφύλιος πόλεμος στη Συρία, που εν τω μεταξύ έχει επεκταθεί και στο Ιράκ, ενώ χτυπάει και την πόρτα του Λιβάνου και της Ιορδανίας, παρουσιάζεται συχνά σαν ένα χαρακτηριστικό αρνητικό παράδειγμα. Επίσης τραγική είναι η αιματηρή κατάληξη της Αιγυπτιακής Επανάστασης, που τελείωσε ουσιαστικά με την Παλινόρθωση της δικτατορίας, έστω και με άλλο κεντρικό πρόσωπο (στρατηγός πάντως κι αυτήν τη φορά, για να μην έχει κανένας αμφιβολίες ως το ποιος κυβερνά πραγματικά τη χώρα). Για να μην αναφέρουμε και τη Λιβύη, όπου πάντως από την αρχή φαινότανε ότι η εξέλιξη δεν θα είναι καλή.

Παρά την κατανόηση γι αυτήν την απογοήτευση, νομίζω γίνονται κάποια βασικά λάθη στον τρόπο με τον οποίο πολλοί προσπαθούν να καταλάβουν τις εξελίξεις:

  1. Εξ’ αιτίας της σχετικά ειρηνικής εξέλιξης της Άνοιξης στην Τυνησία και αρχικά και στην Αίγυπτο δημιουργήθηκε μια ψευδαίσθηση, ότι ο εκδημοκρατισμός των αραβικών χωρών μπορεί εύκολα να γίνει με ειρηνικό τρόπο, χωρίς μεγάλη αιματοχυσία. Αγνοώντας την ιστορική εμπειρία που υπάρχει, π.χ. από την Ευρώπη.

  2. Δεν λαμβάνονται υπόψη κάποιες ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στην αραβική Δύση και στην αραβική Ανατολή. Ενώ η πρώτη (Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία, Λιβύη) χαρακτηρίζεται από μεγάλη θρησκευτική ομοιογένεια (το σουνιτικό Ισλάμ κυριαρχεί σχεδόν παντού), η δεύτερη είναι ένα πραγματικό μωσαϊκό θρησκευτικών ομάδων: Σουνίτες, Σιίτες, Αλαουίτες, Χριστιανοί όλων των πιθανών δογμάτων κι άλλες ακόμα πιο «περίεργες» ομάδες, όπως οι Γεζίδες. Για να μην αναφέρουμε και τον ιδιόμορφο κουρδικό παράγοντα. Η Αίγυπτος είναι μεταβατική περίπτωση: ενώ οι Κόπτες αποτελούν μια σημαντική σε μέγεθος κι επιρροή (εθνο-)θρησκευτική ομάδα, δεν αποτελούν σε καμία περιοχή της χώρας την πλειοψηφία του πληθυσμού και άρα οι πιθανότητες ανεξαρτητοποίησης/ αυτονομίας τους είναι πολύ μικρές. Αντίθετα οι θρησκευτικές ομάδες στην αραβική Ανατολή έχουν συχνά τις δικές τους σχετικά συμπαγείς περιοχές, στις οποίες αποτελούν την πλειοψηφία.

Έχοντας αυτόν τον τελευταίο παράγοντα υπόψη, δεν προκαλεί εντύπωση η διαφορά στις εξελίξεις: στην Τυνησία η πολιτική αντιπαράθεση έχει σχεδόν καθαρά ιδεολογικά χαρακτηριστικά, ενώ στη Συρία ή στο Ιράκ φαίνεται να κυριαρχούν τα εθνο-θρησκευτικά. Η μεταβατικότητα της Αιγύπτου φαίνεται κι από το γεγονός ότι παρότι η σύγκρουση είναι κυρίως ιδεολογική, υποβόσκει και μια εθνοθρησκευτική. Οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι προσπάθησαν μάλιστα να παρουσιάσουν την αντιπολίτευση εναντίον τους ως κατ’ ουσίαν χριστιανική (κάτι που μάλλον λίγη σχέση έχει με την πραγματικότητα). Η Λιβύη είναι μεν θρησκευτικά ομοιογενής, χαρακτηρίζεται όμως από ακόμα ισχυρούς φυλετικούς και τοπικούς διαχωρισμούς, που μάλλον κυριαρχούν και στην πολιτική αντιπαράθεση.

Ας δούμε τώρα ειδικά την συριακή-ιρακινή περίπτωση. Το να παρουσιαστεί ο εμφύλιος απλά σαν μια σύγκρουση ανάμεσα σε εθνο-θρησκευτικές ομάδες θα ήταν υπεραπλούστευση. Υπάρχουν τόσο Σουνίτες που υποστηρίζουν τον Άσαντ, όσο και μη Σουνίτες που υποστηρίζουν τους αντιπάλους του. Επίσης θα ήταν λάθος να αγνοήσουμε και τα ιδεολογικά στοιχεία της σύγκρουσης: τουλάχιστον ο Άσαντ θα ήθελε να παρουσιαστεί ως ο εκπρόσωπος του προοδευτικού (αλλά αυταρχικού) αραβικού εθνικισμού, ενώ οι ισλαμιστές (μετριοπαθείς και μη) και οι φιλελεύθεροι (τουλάχιστον αρχικά) είναι μάλλον ενταγμένοι στην αντιπολίτευση.

Παρόλα αυτά είναι ξεκάθαρο ότι η εθνο-θρησκευτική διάσταση παίζει μεγάλο ρόλο. Ο όρος εθνο-θρησκευτική δεν είναι τυχαίος. Έχει σημασία για να αποφύγουμε την παρεξήγηση ότι η σύγκρουση γίνεται κυρίως για θρησκευτικούς λόγους. Αυτό θα ήταν ίσως τόσο λάθος όσο το να ερμηνεύσεις το Κυπριακό ως θρησκευτική σύγκρουση. Πρέπει να γίνει κατανοητό (θα έπρεπε να ήταν, αν είχαμε γνώση της δικής μας σύγχρονης Ιστορίας) ότι οι ομάδες αυτές μπορεί να οριοθετούνται στη βάση ενός θρησκευτικού δόγματος και θρησκευτικών πρακτικών, στην πράξη όμως αποτελούν κάτι σαν εθνοτικές ομάδες. Φαίνεται ότι λειτουργούν σαν ένα είδος κλειστής κοινότητας, που δίνει στα μέλη της μια ταυτότητα, την οποία κουβαλούν μετά στη δημόσια ζωή της συνολικής κοινωνίας. Ουσιαστικά η κοινωνία συγκροτείται σαν ένα σύνολο αυτών των ομάδων. Πιο σαφής είναι αυτός ο ρόλος στο Λίβανο, που η συμμετοχή στην πολιτική ζωή της χώρας γίνεται δυνατή μόνο μέσω μιας τέτοιας ταυτότητας. Ακόμη όμως και σε θεωρητικά κοσμικά κράτη, όπως η Συρία, παραμένει αυτή η ταυτότητα ένα ισχυρό στοιχείο κοινωνικής διαφοροποίησης.

Σε χώρες όπως η Συρία, ο Λίβανος, το Ιράκ, ακόμα και το Μπαχρέιν και η Σαουδική Αραβία (σε μικρότερο βαθμό η Παλαιστίνη, η Ιορδανία και η Αίγυπτος) ζούσαν διάφορες τέτοιες εθνο-θρησκευτικές ομάδες σε μια (όχι πάντα δίκαιη, αλλά γενικά αποδεκτή) ισορροπία κάτω από ένα αυταρχικό καθεστώς. Αυτό το καθεστώς ήταν αρχικά η οθωμανική διοίκηση, μετά κάποια αποικιοκρατική δύναμη και στο τελευταίο στάδιο μια ντόπια δικτατορία, είτε με φανερά μοναρχική μορφή είτε με μια ρεπουμπλικανική μάσκα. Τα καθεστώτα αυτά συχνά ευνοούσαν κάποια ή κάποιες εθνο-θρησκευτικές ομάδες σε βάρος της πλειοψηφίας: στη Συρία ήταν οι Αλαουίτες σε βάρος των Σουνιτών, στο προ του 2003 Ιράκ οι Σουνίτες σε βάρος των Σιιτών, στο Μπαχρέιν το ίδιο, στο Λίβανο οι Μαρωνίτες σε βάρος των Μουσουλμάνων. Η πλειοψηφία αποδεχόταν αυτήν την αδικία υπό την πίεση των όπλων, αλλά και με αντάλλαγμα μια σχετική ειρήνη και ασφάλεια, καθώς και κάποιες δυνατότητες ανέλιξης εφ’ όσον δήλωναν πίστη στο καθεστώς.

Είναι φανερό ότι όσο αυξάνεται το βιωτικό και το μορφωτικό επίπεδο, όσο η μετακίνηση ιδεών και ανθρώπων γίνεται πιο εύκολη, τόσο πιο εύθραυστη γίνεται αυτή η ισορροπία. Οι αδικίες που συνδέονται μαζί της δεν μπορούν να γίνουν πλέον τόσο εύκολα αποδεκτές όσο στο παρελθόν. Αν δεν υπάρξει κάποια αναδιανομή των ρόλων και της εξουσίας σαν παραχώρηση από τη μεριά του καθεστώτος, αυτό θα γίνει μέσω σύγκρουσης.

Δεν είναι ουσιαστικά αυτό που έγινε και στο λιβανέζικο εμφύλιο; Δεν ξεκίνησε από την απαίτηση των Μουσουλμάνων για ισότιμη συμμετοχή και την απροθυμία των μαρωνιτικών ελίτ να την παραχωρήσουν; Δεν ήταν η ίδρυση της Αμάλ και στη συνέχεια της Χεζμπολάχ, που παίζουν σήμερα τόσο κεντρικό ρόλο στην πολιτική ζωή του Λιβάνου, έκφραση μιας χειραφέτησης των Σιιτών;

Στην περίπτωση της Συρίας εύκολα μπορούμε να δούμε τους Αλαουίτες στο ρόλο των πιο φανατικών υπερασπιστών του καθεστώτος. Αυτή η στάση δεν είναι απλά λόγω της επιθυμίας να διατηρήσουν κάποια προνόμια (τα οποία είναι έτσι κι αλλιώς αμφίβολο ότι αφορούν το μέσο φτωχό Αλαουίτη), αλλά και λόγω του φόβου της εκδίκησης των Σουνιτών και της επιστροφής στις εποχές της καταπίεσης και των διωγμών. Είναι σε μεγάλο βαθμό μια αμυντική στάση, έστω κι αν εκφράζεται με επιθετικότητα. Από τη στιγμή που η αντιπολίτευση πήρε σουνιτικά-ισλαμιστικά χαρακτηριστικά, η υποστήριξη τους στον Άσαντ ήταν περίπου μονόδρομος, ακόμα κι αν δεν ήταν όλοι απαραίτητα οπαδοί του καθεστώτος.

Είναι πάντως αναμφίβολο ότι ένας εκδημοκρατισμός δεν είναι δυνατός, αν δεν έχουν οι Σουνίτες μια συμμετοχή στην πολιτική ζωή της Συρίας ανάλογη με αυτή του πληθυσμιακού τους ποσοστού. Το βασικό πρόβλημα είναι αυτό να γίνει με τρόπο που να εγγυάται την ασφάλεια των Αλαουιτών (και των Χριστιανών και των Δρούζων φυσικά) και να εμποδίζει έναν πιθανό αποκλεισμό τους από την εξουσία. Επειδή αυτό ήταν εξαιρετικά δύσκολο να γίνει σε μια κοινωνία χωρίς δημοκρατική παράδοση και πολύ νέο (άρα και ανυπόμονο) πληθυσμό, ήταν πολύ δύσκολο να αποφευχθεί και ο σημερινός εμφύλιος. 

Στο γειτονικό Ιράκ από την άλλη αυτή η αλλαγή έγινε απ’ έξω, μέσω της αμερικάνικης εισβολής. Αυτό έδωσε την ευκαιρία σε μια σιιτική ελίτ να πάρει τον έλεγχο της χώρας στο όνομα της σιιτικής πλειοψηφίας. Διορθώνοντας έτσι την παλιά αδικία, αδικώντας όμως με τη σειρά της τη σουνιτική μειοψηφία. Με τραγικό αποτέλεσμα τη σημερινή κατάληξη: την εξάπλωση του συριακού εμφύλιου και στο Ιράκ.

Γυρνώντας όμως στην αρχή, ίσως δεν ήταν υπερβολικά ουτοπικό να περιμένουμε ότι οι αναπόφευκτες αλλαγές θα γίνονταν με περίπου ειρηνικό τρόπο; Γενικά η ιστορία μας δείχνει ο εκδημοκρατισμός είναι μια διαδικασία που κοστίζει πολύ αίμα. Απαιτεί από τη μία σύγκρουση με ελίτ που έχουν συνηθίσει στην εξουσία. Από την άλλη διαφορετικές ομάδες που προσπαθούν να χειραφετηθούν μπορεί να συγκρουστούν μεταξύ τους στην αναδιανομή της εξουσίας. Αυτά είναι πολύ δύσκολο να γίνουν με ειρηνικό τρόπο, πόσο μάλλον στη Μέση Ανατολή με την τόσο πολύπλοκη εθνο-θρησκευτική δομή. Αυτό δεν σημαίνει ότι έπρεπε η περιοχή να αποφύγει τον εκδημοκρατισμό: η στασιμότητα σε μια κακή κατάσταση μπορεί να έχει ακόμα μεγαλύτερο κόστος σε ζωές. Το θέμα είναι να γίνουν όσο πιο γρήγορα γίνεται οι απαραίτητοι συμβιβασμοί, ώστε να αποκτήσουν αυτές οι κοινωνίες τη συνοχή που χρειάζονται. Μόνο αυτό μπορεί να φέρει μια σταθερή ειρήνη.

(Για λόγους copyright νομίζω είναι καλό να αναφέρω ότι ο τίτλος του άρθρου είναι παράφραση του τίτλου του βιβλίου «Αραβική Άνοιξη και Λιβυκός Χειμώνας», με συγγραφέα τον Vijay Prashad)